Μοντάζ - Τι κόσμος είναι αυτός

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Ο Τσε Γκεβάρα

«Ο Αργεντινός Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα θα οδηγήσει την περιπέτεια του μαρξισμού στην κορύφωσή της. Στην παγκόσμια ιστορία των επαναστάσεων δεν θα βρείτε άλλον επαναστάτη του ηθικού μεγέθους του Γκεβάρα Δεν περπάτησε στη γη επαναστάτης πιο «καθαρός» απ’ τον «Τσε». Ο Αγιος Ερνέστο, μεγάλη η χάρη του, έχει ήδη πάρει τη θέση του στην κσυβανική Σαντερία δίπλα στον Καμίλο Σιενφουένκος, που μπήκε στο μαρτυρολογίο αυτής της παράξενης και αποκλειστικά κουβανικής θρησκείας πριν απ’ τον Ερνέστο. Η Σαντερία, ας πούμε η υπερθρησκευτική αγιολατρία των μαύρων της Κούβας, περιέχει όλους τους επίσημους Αγίους του χριστιανισμού αλλά και όλους τους περισωθέντες αφρικανούς θεούς που είχαν στις αποσκευές τους οι μαύροι όταν τους κουβαλούσαν σαν δούλους από την Αφρική στην Κούβα. Περιέχει επίσης κάθε άνθρωπο που οι μαύροι της Κούβας λάτρεψαν όσο ήταν ακόμα στη ζωή και που θα ήθελαν να συνεχίσουν να τον λατρεύουν και μετά θάνατον. Για τον Αγιο Καμίλο Σιενφουένκος μιλήσαμε σε άλλη σελίδα. Τώρα θα δούμε με συντομία πώς έγινε Αγιος της Σαντερία ο «Τσέ», φυσικά ερήμην του πάπα. Αλλωστε, ποιος καθολικός μαύρος λογάριασε ποτέ τον πάπα;
Ο Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα ντε λα Σέρνα γεννήθηκε στο Ροσάριο της Αργεντινής το 1928. Ήταν δύο χρόνια νεώτερος του Κάστρο και λίγο πιο κοντός απ’ αυτόν. Ο «Τσε» ήταν βραχύσωμος όπως και ο Κάστρο. Μη βλέπετε που δεν το βλέπετε στις φωτογραφίες και στα
φιλμ. Σε τέτοιους ανθρώπους άλλα πράγματα παρατηρεί κανείς. Ο Ερνέστο, εκτός από κοντός ήταν και ασθματικός από πολύ νέος, από τότε που ήταν φοιτητής της ιατρικής. Ωστόσο, το άσθμα καθόλου δεν τον εμπόδισε να πάρει το πτυχίο του σε χρόνο ρεκόρ, πηδώντας τα εξάμηνα σπουδών δύο δύο, σαν εξαιρετική ιδιοφυία, όπως αποφάνθη καν οι καθηγητές του. Ούτε στάθηκε εμπόδιο στις εξαιρετικές επιδόσεις του στον αθλητισμό και αργότερα στον επαναστατικό «αθλητισμό», όπου θα αναδειχτεί παγκόσμιος πρωταθλητής με ρεκόρ που δύσκολα καταρρίπτονται.
Μισός Ισπανός απ’ τη μεριά του πατέρα του και μισός Ιρλανδός απ’ τη μεριά της μητέρας του, θα μάθει από τον πλούσιο και καλλιεργημένο πατέρα και την όμορφη και μορφωμένη μητέρα πως η φτώχεια, εκτός από κοινωνικό και ηθικό πρόβλημα, είναι και πρόβλημα αισθητικό. Ασχημαίνει τον κόσμο. Και τον γεμίζει αρρώστιες. Όλες οι επιδημίες έχουν «λαϊκή βάση», θα πει ο γιατρός Γκεβάρα. Φοιτητής ακόμα, με τα χρήματα του πατέρα του, περιοδεύει ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Προσπαθεί να καταλάβει πώς γίνεται και μια αμερικάνικη εταιρία εμπορίας φρούτων, η Γιουνάιτεντ Φρουτ, γνωστή σε μας κυρίως από τις μπανάνες Τσικίτα, ελέγχει τόσο αποτελεσματικά την πολιτική ζωή σ’ ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Οι δημοκρατίες της μπανάνας, γνωστές και σαν μπανανιές, δεν είναι παρά το ειδικό πολιτικό ψευδοδημοκρατικό καθεστώς που επέβαλε σ’ ολόκληρη τη Λατινική Αμερική μια εταιρία που εμπορεύεται μπανάνες. Αν είναι δυνατόν!
Και όμως είναι δυνατόν. Για να εμποδίσουν τη βιομηχανική ανάπτυξη της Νότιας Αμερικής, ώστε να μπορούν να πουλούν εύκολα σ’ αυτήν τα δικά τους βιομηχανικά προϊόντα, οι Βορειοαμερικανοί ενισχύουν όσο μπορούν τη γεωργική της παραγωγή. Κάθε απόπειρα εκβιομηχάνισης πρέπει να τσακίζεται στη γέννησή της, ώστε τα Εκατό χρόνια μοναξιάς του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, του στενού φίλου του Κάστρο, να γίνουν μια αιώνια μοναξιά, που θα επιβάλλει την αιώνια εξάρτηση της γεωργικής Νότιας από τη βιομηχανική Βόρεια Αμερική. Η Νότια Αμερική πρέπει να παραμείνει η δούλα που ταΐζει την κυρά. Όσο για τους Λατινοαμερικάνους, αυτοί μπορούν να κάνουν δίαιτα με φρούτα, που κάνουν καλό και στην επιδερμίδα των μουλάτων, των δίμετρων μιγάδων γυναικών με τα εβένινα σώματα, που τις βλέπεις και σου τρέχουν τα σάλια. Τα φρούτα πράγματι κάνουν καλό σ’ αυτούς που τα τρων, όχι όμως και στις οικονομίες των χωρών που τα παράγουν σε μονοκαλλιέργειες. Ο Γκεβάρα καθιστά υπεύθυνη γι’ αυτή την κατάσταση τη Γιουνάιτεντ Φρουτ Κόμπανυ.
Ο «Τσε», που γνωρίζει απ’ έξω κι ανακατωτά, που λέμε, τη Λατινική Αμερική, σκόπευε να εγκαταλείψει τη σχετικά πλούσια Αργεντινή και να εγκατασταθεί στη φτωχή Γουατεμάλα της Κεντρικής Αμερικής. Από τη Γουατεμάλα, άλλωστε, θα αρχίσει την επαναστατική του δράση το 1953. Βρίσκεται εκεί όταν το 1954 οι Αμερικανοί επεμβαίνουν απροσχημάτιστα για να ανατρέψουν το αριστερό καθεστώς του συνταγματάρχη Χάκοβο Άρμπενς Γκουσμάν, φίλου του «Τσε». Το Τσε δεν είναι επαναστατικό ψευδώνυμο, είναι ισπανικό εμφατικό επιφώνημα Τσε, λεν οι Ισπανοί πριν αρχίσουν να μιλούν πολύ σοβαρά. Τσε, συνεπώς, θα μπορούσε να σημαίνει «πρόσεξε τι θα σου πω». Ο Ερνέστο, ο κοντός, ο ασθματικός γιατρός με τα τεράστια μαύρα διαπεραστικά μάτια και το πλατύ μελαγχολικό χαμόγελο, που μιλάει πάντα σοβαρά, λέει συνέχεια τσε. Συνεπώς «Τσε» Γκεβάρα θα μπορούσε να σημαίνει ο «τσετσές Γκεβάρα», αυτός που λέει συνέχεια τσε γιατί πάντα λέει και κάνει σοβαρά πράγματα. Είναι τέτοιο το επαναστατικό πάθος αυτού του ανθρώπου, που θα εγκαταλείψει τα βολή του στην Αργεντινή και θα γίνει ο Επαναστάτης Απόστολος των Εθνών. Ο «Τσε» με το σχεδόν σταυρικό του θάνατο θα δείξει πως η αγάπη για τους πάσχοντες αποκλείεται να είναι χριστιανική στο μέλλον. Και τούτο διότι οι χριστιανοί είναι πλέον παντελώς ανίκανοι να πεθάνουν για συμφέροντα που δεν είναι τα προσωπικά τους. Οι Αγιοι του μέλλοντος θα έχουν την ποιότητα και το ήθος του Ερνέστου του Μεγαλομάρτυρα. Τον Ερνέστο «Τσε» Γκεβάρα (Γκουεβάρα είναι το σωστό) θα τον σκοτώσουν στη Βολιβία, τη χώρα που φέρει το όνομα του λιμπερταδόρ Σιμόν Μπολίβαρ, οι ντόπιοι πράκτορες των Αμερικανών, την 9η Οκτωβρίου 1967. Είχε πάει εκεί για να ξεσηκώσει τους φτωχούς, όπως στην Κούβα, όπου όλα είχαν γίνει μάλλον εύκολα Στο μεταξύ, όμως, οι Αμερικανοί θα πάρουν τα μέτρα τους παντού στον «ελεύθερο» κόσμο, ακόμα και στην «ελεύθερη, υπερήφανη και ανεξάρτητη Ελλάδα», που εκείνον τον καιρό κινδύνευε, λέει, από τους κομουνιστές!
Ο θάνατος του Γκεβάρα έπεται κατά έξι μήνες του θανάτου της ελληνικής δημοκρατίας την 21η Απριλίου 1967. Φύλαγε τα ρούχα σου για να ’χεις τα μισά, αυτά που θα σου αφήσουν οι κομουνιστές, που όλα τα παίρνουν, όπως στην Κούβα. Βέβαια, στην Ελλάδα δεν υπήρχαν κομμουνιστές δυνάμενοι να κάνουν ξανά επανάσταση. Αλλά σάμπως υπήρχαν στην Κούβα; Βάρα, λοιπόν, στα κουτουρού πριν προκύψει εξ αστών αποστατών της τάξης τους κανένας Κάστρο ή κανένας Γκεβάρα. Οι εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τύπου Ηρώδη δεν αφορούν πλέον τα αθώα νήπια. Αφορούν την επαναστατική αθωότητα. Αυτήν ακριβούς που συμβολίζει μ’ έναν τρόπο συναρπαστικό ο Γκεβάρα και κάνει τους απογοητευμένους από τον καιροσκοπισμό των πατεράδων τους νεαρούς να κρεμούν το πορτραίτο του πάνω από το προσκεφάλι τους. Το μέλλον της Επανάστασης προεικονίζεται από τώρα στο διασημότερο και δημοφιλέστερο πορτραίτο όλων των εποχών.

Σύντροφοι, η επανάσταση συνεχίζεται! Με τρόπους ορθόδοξους, μισοορθόδοξους, ανορθόδοξους, ατομικούς, ομαδικούς, μαζικούς

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.


Ο Φιντέλ Κάστρο

«Ο Μπατίστα δεν είχε πάρει στα σοβαρά τους γκεριλέρος (τους αντάρτες) του Κάστρο. Άλλωστε, οι φίλοι του οι Αμερικανοί ήταν δίπλα, σε απόσταση αναπνοής, και θα μπορούσε να τους καλέσει ό,τι ώρα ήθελε για να σώσουν την πατρίδα Από ποιον εχθρό να τη σώσουν, Ίσως από τους κομουνιστές, αν υπήρχαν. Ο Κάστρο όμως δεν ήταν κομουνιστής. Ήταν ένας ριζοσπάστης αστός δικηγόρος, γόνος ευκατάστατης οικογένειας γαιοκτημόνων, και ως εκ τούτου υπεράνω πάσης κομουνιστικής υποψίας. Μάλιστα, μόλις είχε προλάβει να γεννηθεί Κουβανός. Ο πατέρας του δεν ήταν γηγενής, ήταν γνήσιος Ισπανός που είχε μεταναστεύσει στην Κούβα.Ο Ανχελ (Αγγελος) Κάστρο Αργκίς Αρχίς είχε επτά παιδιά, τα δυο από τη σύζυγό του και τα πέντε από τη μαγείρισσά του, την κυρία Ρους. Ο Φιντέλ ήταν το δεύτερο παιδί της κυρίας Ρους και το τέταρτο της οικογένειας και ο Ραούλ το πέμπτο παιδί της κυρίας Ρους και το έβδομο της οικογένειας. Μέσα σ’ αυτήν την πολυμελή και μπερδεμένη οικογένεια, όπου όλοι ζούσαν αγαπημένοι, ακόμα και οι δύο γυναίκες του ερωτικά υπερδραστήριου Αγγέλου, τόσο ο Φιντέλ όσο και ο Ραούλ θα μάθουν από μικροί να αδιαφορούν για την αιματοσυγγένεια και την καταγωγή και να ενδιαφέρονται κυρίως για το διμέτωπο αγώνα του πατέρα τους εναντίον των πλούσιων ανταγωνιστών του από τη μια και των εργατών του από την άλλη. Η διπλή ταξική καταγωγή του Φιντέλ θα παίξει το ρόλο της στον κατοπινό κοινωνικοπολιτικό του προσανατολισμό, όπως άλλωστε και η φοίτησή του σε αυστηρά καθολικά σχολεία, όπου η γνώση ερχόταν πάντα με διπλό τρόπο στους μαθητές, με την αυστηρά επιτηρούμενη σκληρή δουλειά και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στη διάρκεια της προσευχής.
Η προοδευτικότητα του Φιντέλ όσο είναι ακόμα νέος σταματάει στην επισήμανση αυτών των αντιφάσεων. Κανείς ποτέ δεν θα μάθει πότε ακριβώς θα αρχίσα να μελετάει τον Μαρξ, που έτσι κι αλλιώς δεν θα χρησιμεύσει και πολύ σ’ αυτόν τον υπερπληθωρικό και γοητευτικό άνθρωπο, που ξέρα να συναρπάζει και να πείθα τις μάζες πολύ εύκολα, με την εμφάνισή του και μόνο σε ένα μπαλκόνι Αλλωστε, είναι πολύ γνωστός στους Κουβανούς από το 1953. Την 26η Ιουλίου της χρονιάς αυτής θα κάνει μια μεγάλη αποκοτιά όταν με μια παρέα φίλων μάλλον παρά επαναστατών θα επιτεθούν στο φρούριο Μονκάδο του Σαντιάγο δε Κούμπα. Το 1953 που γίνεται για πρώτη φορά λόγος γι’ αυτόν στην Κούβα ο Κάστρο είναι 27 χρονών (γεννήθηκε το 1926), το 1955 που βγαίνει από τη φυλακή είναι 29 χρονών, το 1956 που αρχίζει την επανάσταση είναι 30 χρονών και το 1959 που την τελειώνει, 33 χρονών. Όλα τα έκανε νωρίς στη ζωή του αυτός ο φοβερός άνθρωπος, που στις 2 Δεκεμβρίου 1956, παρέα με 83 φίλους, ανάμεσά τους και ο αδερφός του Ραούλ, που τον ακολουθεί κατά πόδας, ανάμεσά τους και ο Γκεβάρα που μόλις τον είχε γνωρίσει στο Μεξικό, προερχόμενοι από το Μεξικό όπου οργάνωσαν τη δουλειά, αποβιβάζονται σε μια ερημική ακτή της Κούβας από το κότερο «Γκράνμα» που τους δάνεισε ένας φίλος. Στην πρώτη κιόλας μάχη που θα δώσουν μετά την απόβαση θα σκοτωθούν οι 72 από τους 82. Οι 10 επιζήσαντες θα καταφύγουν στο ψηλό βουνό Σιέρα Μαέστρα για να οργανώσουν εκεί στα γρήγορα ένα φοβερό αντάρτικο. Είναι απροσδόκητα μεγάλη η απήχηση που βρίσκει
το επαναστατικό άγγελμα του αστού Κάστρο, που δεν είναι ακόμα κομουνιστής, από τους πεινασμένους χωρικούς, που λες και περίμεναν από χρόνια τον ελευθερωτή  άγγελο, το πολιτικό και ιδεολογικό «φύλο» του οποίου ουδόλως τους ενδιαφέρει Στην αρχή δέκα άνθρωποι όλοι κι όλοι, μέσα σε τρία χρόνια θα γίνουν χιλιάδες και θα φέρουν τα απάνω κάτω και στην Κούβα, και στην Αμερική, και στον κόσμο. Η πείνα και η δυστυχία είναι καταστάσεις δυνάμει επαναστατικές και μια σπίθα μόνο φτάνει για να πάρει φωτιά η σωρευμένη πίκρα αιώνων. Τις επαναστάσεις δεν τις κάνουν οι επαναστάτες, αυτοί μόνο τις
διεκπεραιώνουν τις επαναστάσεις τις κάνουν οι πεινασμένοι και οι δυστυχείς. Ειδικότερα στην επανάσταση της Κούβας οι κουβανοί κομουνιστές, εξ ορισμού επαναστάτες όπως όλοι οι κομουνιστές, όχι μόνο δεν παίρνουν μέρος στην επανάσταση από την αρχή, αλλά στην αρχή, πριν εδραιωθεί η επανάσταση, θα χαρακτηρίσουν τον Κάστρο ανισόρροπο και τυχοδιώκτη. Ευτυχώς που θα καταλάβουν νωρίς το λάθος τους και θα πιαστούν έγκαιρα από την ουρά του Κάστρο. Που όχι μόνο δεν θα τους ψέξει για την αρχική συμπεριφορά τους, αλλά θα τους δεχτεί με ανοιχτές αγκάλες. Αν και αργότερα, αφού καταλάβει την εξουσία, θα διαλύσει το παλιό Κομουνιστικό Κόμμα για να βάλει στη θέση του ένα καινούργιο, που θα λέγεται και πάλι Κομουνιστικό Κόμμα. Ο Κάστρο δεν θα ασχοληθεί ποτέ με τους τύπους. Τον ενδιαφέρουν μόνο οι γνήσιοι επαναστάτες, όλοι οι γνήσιοι επαναστάτες απ’ όπου κι αν προέρχονται. Και, βέβαια, επαναστάτες δεν υπάρχουν μόνο στα κομουνιστικά κόμματα, όπου συχνάζουν κυρίως γραφειοκράτες που έχουν κάνει τον κομουνισμό επάγγελμα, ίσως γιατί το βρίσκουν πολύ εύκολο. Και είναι πράγματι εύκολο σε
καιρούς ειρηνικούς και μη επαναστατικούς. Ανάμεσα στο 1959, τη χρονιά που επικρατεί η επανάσταση, και το 1961 τη χρονιά που ο Κάστρο αυτοχαρακτηρίζεται εντελώς ξαφνικά κομουνιστής, πράγμα που το επιβεβαιώνει το 1963 με την επίσκεψή του στη Μόσχα, κανείς δεν ξέρει, ούτε καν οι Αμερικανοί, τι είδους είναι το καθεστώς που εγκαθίδρυσε ο Κάστρο στην Κούβα διώχνοντας τον Μπατίστα. Ο Κάστρο είναι γόνος οικογενείας πλούσιων αστών και οι Αμερι­κανοί έχουν συνηθίσει στις ενδοαστικές επαναστάσεις και τα πραξικοπήματα στη Λατινική Αμερική. Βέβαια, αυτό εδώ δεν έγινε με την άδειά τους, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι εν καιρώ δεν θα τεθεί υπό την προστασία τους. Για δύο χρόνια, μέχρι το 1961 όλο και ελπίζουν. Αλλά όταν ο Κάστρο το 1961 δηλώνει πως είναι κομουνιστής κόβοντας την ανάσα όλου του κόσμου, οι Αμερικανοί αποβιβάζονται στον Κόλπο των Χοίρων για να τον συνετίσουν. Και όσο αδυνατούν να τον συνετίσουν, και όσο αυξάνεται η εξάρτησή του από τη μακρινή Μόσχα, τόσο αφρίζει η κοντινή Ουάσινγκτσν. Ο εμπορικός αποκλεισμός (εμπάργκο) που επι­βάλλουν στην Κούβα οι Αμερικανοί το 1961 μετά το φιάσκο της απόβασης στον Κόλπο των Χοίρων, πού συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας, μπορεί να είναι απάνθρωπος, είναι όμως απολύτως λογικός από καπιταλιστικής απόψεως. Ενώ οι ΗΠΑ από χρόνια ετοιμάζονταν να ενσωματώσουν την Κούβα και για χρόνια ανέβαλλαν την ενσωμάτωση εξαιτίας του προβλήματος των μαύρων, ξαφνικά τους προκύπτει μια φιλοσοβιετική εμπροσθοφυλακή κάτω απ’ τη μύτη τους, απέναντι από τη Φλόριντα. Το 1968 και ενώ ο Γκεβάρα που θα τον εισηγηθεί είναι ήδη πεθαμένος από το 1967, ο «απόλυτος κομουνισμός» του Κάστρο θα τρομάξει όχι μόνο τους Αμερικανούς αλλά και τους Σοβιετικούς. Το 1968 καταργείται εντελώς ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας και εθνικοποιούνται τα πάντα, ακόμα και τα κουρεία. Οι Κάστρο είναι έτοιμος να καταργήσει και το χρήμα, όπως είχε προτείνει ο Γκεβάρα, ο οργανωτής του νέου επαναστατικού τραπεζικού συστήματος, αλλά οι Ρώσοι του λεν, και έχουν δίκιο, πως δεν πρέπει να βιάζεται, πως αυτά τα πράγματα δεν γίνονται με διατάγματα Εκείνον τον καιρό η Κίνα κάνει ανάλογα πειράματα για την κατάργηση του χρήματος, που όμως ούτε κι αυτή θα το καταργήσει τελικά, και οι Ρώσοι φοβούνται πως ο Κάστρο, μιμούμενος τον Γκεβάρα που ήταν κρυπτοφιλομαοϊκός, θα το στρίψει και θα αρχίσει να στραβοκοιτάει κατά την Κίνα. Το 1968, τη μεγάλη χρονιά της κουβάνικής επανάστασης, παρά τη ρήξη του Κάστρο με τον Γκεβάρα, που σκοτώνεται στη Βολιβία την προηγούμενη χρονιά προσπαθώντας να εξαγάγει την επανάσταση, παρά την αποτυχία των παρακινημένων από τ ψ Κούβα εξεγέρσεων στον
Αγιο Δομίνικο, τη Βενεζουέλα και τη Βολιβία, ο κουβανικός κομουνισμός γίνεται το πρότυπο για όλους τους κομουνιστές της Δύσης. Δυστυχώς, όμως, ο κουβανικός κομουνισμός είναι στηριγμένος περισσότερο στη βούληση και τα καλά συναισθήματα παρά στις αντικειμενικές συνθήκες. Μ’ άλλα λόγια, κλίνει περισσότερο προς τ ψ κινέζικη περί κο­
μουνισμού άποψη παρά προς τη σοβιετική, κι ας είναι η Κούβα απόλυτα εξαρτημένη από τη Σοβιετική Ένωση. Κι ενώ σιγά αγά τούτη η αντίφαση οδηγεί τον αρχικό ενθουσιασμό του 1968 στην σταδιακή διολίσθηση προς την απογοήτευση, έρχεται το 1980 η ηθική καταστροφή για την Κούβα με τη δήλωση του Κάστρο πως υποστηρίζει τους Σοβιετικούς, που τη χρονιά αυτή εισβάλλουν στο Αφγανιστάν. Ο Κάστρο είναι μέχρι τότε η υπ’ αριθμόν ένα προσωπικότητα του Κινήματος των Αδεσμεύτων. Και ξαφνικά δεσμεύεται υπέρ των
Ρώσων, που έχουν εισβάλει σε μια φτωχή και ουδέτερη χώρα με το εύλογο ίσως επιχείρημα πως αν δεν βάλουν αυτοί στο χέρι το Αφγανιστάν θα το βάλουν οπωσδήποτε οι Αμερικανοί, που ήδη έχουν διεισδύσει για τα καλά στην καίριας στρατηγικής σημασίας ασιατική χώρα. Όπως και να ’ναι, ο Κάστρο είναι αδύνατον πλέον να παριστάνει τον αδέσμευτο. Αλλωστε, από το 1961 που οι Αμερικανοί εφαρμόζουν επί της Κούβας τον εμπορικό αποκλεισμό ο Κάστρο είναι εκ των πραγμάτων δεσμευμένος υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης, στην οποία πουλάει όλη τη ζάχαρη που πρέπει να εξαχθεί και από την οποία παίρνει όλο το πετρέλαιο που έχει ανάγκη. Είναι το εμπάργκο, λοιπόν, που βγάζει τον Κάστρο από την ουδετερότητα και όχι η πολιτική του βούληση. Ωστόσο, η υπερπληθωρική και υπερσυναισθηματική επαναστατική πολιτική βούληση που ο Κάστρο έχει κληρονομήσει από τον πιο στενό του συνεργάτη και φίλο, τον Γκεβάρα, θα μπορούσε να έχει αποτελέσματα αν οι Σοβιετικοί είχαν αποφασίσει διαφορετικά για το Αφγανιστάν το 1980, αν δεν καθυστερούσαν πάρα πολύ να απεμπλακούν από το δικό τους Βιετνάμ το 1989 επί Γκορμπατσόφ, αν δεν άφηναν εκεί κάπου 10.000 νεκρούς, αν οι μουσουλμάνοι αντάρτες Μουτζαχεντίν δεν πίστευαν τόσο πολύ και τόσο φανατικά στο μουσουλμανικό παράδεισο,
πράγμα που κάνει το θάνατο στο πεδίο της μάχης μια υπόθεση μάλλον επιθυμητή, αν ο Χρουστσόφ δεν ήταν νταής και δεν εγκαθιστούσε ρωσικούς πυραύλους στην Κούβα το 1961 εκβιάζοντας τον Κάστρο και δίνοντάς του από την αρχή να καταλάβει πως δεν μπορεί παρά, αργά ή γρήγορα, να δεθεί στο άρμα κάποιος μεγάλης δύναμης, αν την ίδια χρονιά (1961) οι Σοβιετικοί δεν έχτιζαν στο Βερολίνο το βλακώδες «τείχος του αίσχους», που στοίχισε τη ζωή σε 79 ανθρώπους που προσπάθησαν να το καβαλήσουν, αν το 1968 δεν ερχόταν πρόωρα η
περίφημη «άνοιξη της Πράγας», αν ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ δεν γινόταν πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης το 1985, αν δεν κατέρρεε το σοβιετικό μπλοκ το 1990 και αν δεν διαλυόταν η Σοβιετική Ένωση το 1991. Αν, μ’ άλλα λόγια, όλα γίνονταν σύμφωνα με τη θέλησή μας θα ελέγχαμε την ιστορία πιο αποτελεσματικά και από τον Παντοκράτορα θεό των χριστιανών, που ακόμα κι αυτός δεν τα κάνει όλα όπως θέλει, αφού δίνει στον άνθρωπο το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τη βούλησή του, κι αυτός ο βλακέντιος αντί να τη χρησιμοποιήσει σε πλαίσια ανθρώπινα το παίζει θεός «ός τα πάνθ’ ορά» και προορά Η βουλησιαρχία είναι καθαρή μεταφυσική, και σαν τέτοια αδιαφορεί απολύτως για το γεγονός πως η πολιτική είναι παιχνίδι τουλάχιστον για δύο, ένα σκάκι στο οποίο η κάθε κίνηση είναι απολύτως εξαρτημένη από την κίνηση του αντιπάλου. Κανένα νησί, ακόμα και το πιό μικρό, ακόμα και το χαμένο στον Ειρηνικό Τιμόρ δεν είναι πολιτικά απομονωμένο. Η κομουνιστική Κούβα χρωστάει την κομουνιστική επιβίωσή της στο σπάνιο ιστορικό γεγονός πως τη διεκδικούσαν ταυτόχρονα για τρεις δεκαετίες και με μεγάλο πείσμα τρεις μεγάλες δυνάμεις, η ΗΠΑ, η ΕΣΣΔ και η Κίνα Σήμερα κινείται με τη δύναμη της αδράνειας και την ωστική δύναμη του θαυματουργού μύθου του Φιντέλ Κάστρο. Η κουβανική επανάσταση κατ’ ουσίαν ήταν η αρχή μιας εξέγερσης, που δεν ολοκληρώθηκε, της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής κατά της Βόρειας Αμερικής, και όχι μια προλεταριακή επανάσταση. Ο μαρξισμός θα χρησιμεύσει στον Κάστρο σαν εργαλείο δουλειάς μετά την επικράτηση της επανάστασης και όχι σαν καθοδηγητικό πρόγραμμα πριν απ’ αυτήν και κατά τη διάρκειά της. Άλλωστε, θα δηλώσει πως είναι αφοσιωμένος στις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού μόλις την 1η Δεκεμβρίου 1961, περίπου δύο χρόνια μετά την κατάληψη της εξουσίας. Ο Κάστρο ξεκίνησε σαν ο νέος λιμπερταδόρ, σαν ο νέος Σιμόν Μπολίβαρ και στην πορεία έγινε κατ’ ανάγκην ο νέος, ο λατινοαμερικανός Λένιν. Δεν είχε άλλο τρόπο να επιβάλει τον εκσυγχρονισμό και τις κοινωνικές ανατροπές που επιθυμούσε.
ΤΙ δηλώνει ο μύθος; Δηλώνει απλά και καθαρά πως ο μαρξισμός είναι ένα κλειδί που μπορεί να ξεκλειδώσει πολλές πόρτες, όχι κατ’ ανάγκην προλεταριακές. Αυτός είναι ο λόγος που και οι ρώσοι και οι κινέζοι θεωρητικοί θα τα μπερδέψουν πολύ με την κουβανική επανάσταση. Για χρόνια συζητούσαν αν ήταν ή δεν ήταν προλεταριακή, αν συμφωνούσε ή δεν συμφωνούσε εξαρχής με το μαρξιστικό δόγμα Ωστόσο, όλοι ήξεραν πως την επανάσταση στην Κούβα την οργάνωσαν οι προοδευτικοί αστοί και την διεκπεραίωσαν οι εξαθλιωμένοι αγρότες. Έτσι περίπου είχε γίνει και με τα απελευθερωτικά κινήματα που οργάνωσαν οι λατινοαμερικανοί λιμπερταδόρες (ελευθερωτές) τον περασμένο αιώνα, έτσι περίπου είχε γίνει και στο Μεξικό με τις αγροτικές επαναστάσεις του Πάντσο Βίλα και του Εμιλιάνο Ζαπάτα τις δύο πρώτες δεκαετίας του αιώνα μας και που ήταν τα διεθνή πρόδρομα επαναστατικά φαινόμενα γι’ αυτά που θα συνέβαιναν αμέσως μετά στην εξίσου
εξαθλιωμένη με το Μεξικό, Ρωσία του καιρού εκείνου. Δεν είναι τυχαίο που και τη μεξικανική και την οκτωβριανή επανάστάση την περιέγραψε με τρόπο συναρπαστικό ο ίδιος αμερικανός δημοσιογράφος, ο Τζων Ρηντ (18871920), ο μόνος ξένος που τάφηκε μαζί με τους άλλους μεγάλους ήρωες της Οκτωβριανής Επανάστασης στο τείχος του Κρεμλίνου, πίσω από το μαυσωλείο του Λένιν, στην Κόκκινη Πλατεία Η πείνα, η εξαθλίωση, η κοινωνική αδικία ούτε χρώμα έχουν, ούτε σύνορα γνωρίζουν. Έχουν, όμως, την ίδια κοινωνικοοικονομική ρίζα, αυτήν ακριβώς που προσπάθησε να ξεθάψει ο Καρλ Μαρξ σκάβοντας βαθιά στα απολιθώματα της ιστορίας. Αν σε πολλούς δεν αρέσουν τέτοιου είδους ανασκαφές ή εκταφές, ας βουλώσουν τη μύτη μέχρι να σκάσουν και ποτέ πια η μπόχα της ιστορίας να μην τους δημιουργήσει την αίσθηση πως οι σκελετοί που ξεθάβονται ανήκαν σε δυστυχείς των περασμένων αιώνων, που άλλοι άρπαγες ίσως τους οδήγησαν πρόωρα στον τάφο.
Και οι πριν απ’ τον Μαρξ και οι μετά τον Μαρξ επαναστάτες είναι όλοι σεβαστοί για μας. Όλοι αγωνίστηκαν για την κοινωνική δικαιοσύνη και πολλοί πέθαναν με το όπλο στο χέρι. Ο Μπολίβαρ, ο Μαρτί, ο Σαντίνο, ο Βίλα, ο Ζαπάτα, ο Κάστρο, ο Γκεβάρα, ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Τρότσκι, ο Μάο, ο Χο, ο Γκιάπ, ο Αρης, όλοι αυτοί και πάρα πολλοί άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι είναι δικοί μας άνθρωποι. Ο Πάμπλο Νερούντα (Νερούδα είναι το σωστό) έγραψε το «Κάντο χενεράλ» (το «Γενικό άσμα») για όλους τους αγωνιστές όλου του κόσμου. Γι’ αυτό, άλλωστε, και το άσμα λέγεται γενικό. Γι’ αυτό και ο Έλληνας Μίκης θεοδωράκης μπήκε τόσο βαθιά μέσα στην ψυχή των λατινοαμερικανών επαναστατών όταν μελοποιούσε το «Κάντο χενεράλ». Η επανάσταση κατά των εκμεταλλευτών αφορά όλους τους ευαίσθητους και τίμιους ανθρώπους αυτού του κόσμου. Αριστερός είναι αυτός που είναι σε θέση να επαναστατήσει και όχι μόνο ο κομουνιστής. Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού είναι και προμαρξιστική και μεταμαρξιστική, και παραμαρξιστική, αφού ο μαρξισμός εμπεριέχει, σαν δυνατότητα ερμηνείας, όλα τα επαναστατικά γεγονότα όλων των αιώνων. Ο κλασικός μαρξισμός είναι απλώς ένα σημείο αναφοράς και μια πυξίδα που μας επιτρέπει να μη χανόμαστε όταν περιπλανιόμαστε στους λαβυρίνθους της ιστορίας.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.


CUBA

«Το κράτος της Κούβας, ίσο περίπου σε έκταση και πληθυσμό με την Ελλάδα, είναι ένα σύμπλεγμα 3.715 νησιών. Το μεγαλύτερο απ’ αυτά θα δώσει το όνομά του στην πατρίδα του Ξαβιέ Κούγκατ, του Φιντέλ Κάστρο και μιας ιθαγενούς φυλής που θα γίνει διεθνώς γνωστή με το ισπανικό, συμβατικό όνομα Σιμπονέ από τότε που ο Κούγκατ, ο βασιλιάς της κόνγκας και της ρούμπας, θα γράψει την περίφημη ρούμπα «Σιμπονέ», μια χαρούμενη μουσική που είναι ταυτόχρονα λυγμός, κραυγή πόνου και ζητωκραυγή.
Αυτή είναι η Κούβα.  Ένα κράμα μουσικής και επανάστασης. Που δεν την εφεύρε ο Κάστρο. Η επανάσταση στην Κούβα είναι μια ενδημική κατάσταση, που αρχίζει το 1492, τη χρονιά που πατάει εκεί το πόδι του ο πρώτος Ευρωπαίος, ο Χριστόφορος Κολόμβος. Θα τον ακολουθήσει ο Σεμπάστιαν Οκάμπο, που θα εξερευνήσει το νησί το 1508, για να σφυρίζει σε λίγο κλέφτικα και να δώσει έτσι το σύνθημα στους πρώτους 300 ισπανούς κλέφτες αποίκους, οι οποίοι θα φτάσουν εκεί το 1511. Και θ’ αρχίσουν αμέσως μια τόσο συστηματική λεηλασία του ιθαγενούς πλούτου, που θα οδηγήσει στην ομαδική αυτοκτονία την ιθαγενή φυλή των Σιμπονέ όταν οι ισπανοί καταχτητές διδάξουν σ’ αυτούς τους πανευτυχείς τροφοσυλλέκτες πως «τα καλά κόποις (των άλλων) κτώνται», πως ο πλούτος προκύπτει με τον ιδρώτα (των άλλων), ενώ η σχετική με την επιστήμη της πολιτικής οικονομίας εργασία είναι χαρά μόνο όταν βλέπεις τους άλλους να δουλεύουν για λογαριασμό σου κι εσύ, ο μοντέρνος τροφοσυλλέκτης, που καρπούσαι την υπεραξία της δουλειάς τους, να κάθεσαι, να λιάζεσαι σε συνθήκες αιώνιας Ανοιξης και να κολυμπάς όλες τις εποχές του έτους στον παράδεισο που λέγεται Κούβα.
Στο ένα χέρι το όπλο, στο άλλο η κιθάρα. Ήταν το κύριο σύνθημα της κουβανικής επανάστασης. Στην Κούβα, όλοι, μα όλοι, με την παραμικρή αφορμή, αρχίζουν να κουνιούνται στους ρυθμούς της αφροκουβάνικης μουσικής. Τα περισσότερα από τα επαναστατικά τραγούδια των Κουβανών είναι γραμμένα σε ρυθμό ρούμπας, κόνγκας, σάμπας, μάμπο. Και, βέβαια, η χαμπανέρα, μια πιο αργή και πιο ηδονική παραλλαγή του ταγκό, που θα πάρει το όνομά της από την πρωτεύουσα Αβάνα, κυριαρχεί παντού· στα σαλόνια, στις δεξιώσεις, αλλά και στους ειδικούς ξενώνες που έχτισε ο Κάστρο όχι για να κοιμούνται οι ξένοι αλλά για να «πηδούν» οι νέοι και να μη σοκάρουν τους κρυόκωλους τουρίστες με τα όσα «αισχρά» διέπρατταν στα πάρκα. Κανείς δεν θα μπορούσε να βάλει φραγμό στον έρωτα σε μια χώρα, όπου η θερμοκρασία κυμαίνεται σταθερά ανάμεσα στους 22 και τους 28 βαθμούς Κελσίου, χειμώνα καλοκαίρι.
Αυτόν το μουσικοχορευτικό σοσιαλισμό που προσπαθεί να περισώσει τη μνήμη των Σιμπονέ, των ιθαγενών που προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να δουλέψουν, τον καταλαβαίνω. Κάθε οραματιστής της αταξικής κοινωνίας κρύβει μέσα του έναν Σιμπονέ και κάθε σοβαρός επαναστάτης κρατάει κιθάρα στο ένα χέρι Και στη σκοπιά πηγαίνει ζευγαρωμένος. Διπλοσκοπιά, άντρας γυναίκα Αυτό που υποπτεύεστε γίνεται είτε πριν είτε μετά τη βάρδια. Καταλαβαίνετε τώρα γιατί οι Κουβανοί αγαπούν με πάθος τον Φιντέλ. Δεν πήγε ποτέ κόντρα στην ιδιοσυγκρασία τους. Κι όταν κάποτε παρακάλεσε τους συμπατριώτες του να κάνουν οικονομία και να μην αγοράζουν τόσο πολλά μουσικά όργανα, με το επιχείρημα πως μια τρομπέτα κοστίζει όσο κι ένα σακί ζάχαρη, οι τρομπετίστες του απάντησαν λογικότατα πως ένα τανκ κοστίζει όσο η μισή ετήσια παραγωγή της Κούβας σε ζάχαρη.
Και ο Κάστρο, που όταν αρχίζει να μιλάει ξεχνάει να σταματήσει, βρήκε τότε την ευκαιρία να κάνει ένα συναρπαστικό μάθημα μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας για να εξηγήσει στα
πλήθη των φανατικών του πως τα φονικά και όχι, βέβαια, τα μουσικά όργανα είναι αυτά που ευθύνονται για όλες τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν όλοι οι λαού Αν δεν υπήρχαν εξοπλισμοί θα υπήρχε φαΐ για όλους και τρομπέτες και κιθάρες για όλους τους Κουβανούς. Στην αταξική κοινωνία του μέλλοντος δεν θα υπάρχουν όπλα Συνεπώς, εκτός από φαΐ θα υπάρχουν και μουσικά όργανα σε πλήρη επάρκεια. Τέτοιου ύφους είναι οι λόγοι του Κάστρο. Κάθε εμφάνισή του στο μπαλκόνι ή στην τηλεόραση είναι ένα άψογο σεμινάριο, το περιεχόμενο του οποίου γίνεται κατανοητό και από τον πιο χοντροκέφαλο.
Ένας σοσιαλισμός που αντιμετωπίζει τη μουσική σαν αγαθό πρώτης ανάγκης αξίζει να επιζήσει. Αλλά πώς να επιζήσει μετά το θάνατο του Κάστρο; Απ’ την Κούβα πηγαίνεις κολυμπώντας, που λέει ο λόγος, στη Φλόριντα, απέναντι. Οι Κουβανοί, με μαέστρο τον Φιντέλ, παίζουν το βιολί τους πάνω απ’ το κεφάλι του λιονταριού κάπου 40 χρόνια, από την 1η Ιανουαρίου 1959, που οι μπαρμπούτος (οι μουσάτοι) του Κάστρο μπαίνουν στην Αβάνα και διώχνουν τον Μπατίστα.
Είναι απίστευτο. Το τελευταίο κοψίδι υπαρκτού σοσιαλισμού βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Διά του Γέλτσιν οι Αμερικανοί κατέλυσαν μια κομουνιστική αυτοκρατορία. Όμως στην Κούβα τα γουρούνια πήραν το μάθημά τους μέσα σε λίγες μέρες στον Κόλπο των Χοίρων, όπου οι Αμερικανοί πεζοναύτες επιχείρησαν ματαίως να αποβιβαστούν τον Απρίλιο του 1961. Έκτοτε δεν το ξαναεπιχείρησαν. Αλλά ο Κόλπος των Χοίρων βρίσκεται πάντα στη θέση του, το ίδιο και οι χοίροι απέναντι. Το ίδιο και η αμερικανική βάση του Γκουαντάναμο, που είναι αμερικανικό έδαφος επί του εδάφους της Κούβας από το τέλος του περασμένου αιώνα Ο Κάστρο όμως δεν θα βρίσκεται για πάντα στη θέση του. Δυστυχώς, ο κουβανικός σοσιαλισμός ήταν και παραμένει προσωποκεντρικός.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.



Βιετκόνγκ

«Οι Βιετκόνγκ, το πολιτικοστρατιωτικά αριστούργημα του Χο Τσι Μινχ, ήταν κάτι το μοναδικό στην πιο απόλυτη κυριολεξία. Ποτέ στην ιστορία ένας ολόκληρος λαός, νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά, δεν σχημάτισαν έναν στρατό που να είναι σε θέση να μάχεται ταυτόχρονα σε όλα τα μέτωπα, στις πόλεις σαν δολιοφθορείς, στα χωριά σαν «μη συνεργάσιμοι με τον εχθρό», στα μέτωπα σαν τακτικός στρατός, πίσω από τα μέτωπα σαν κομάντος. Όλοι πολεμούν με ελαφρά όπλα, με βαριά όπλα, με κανόνια, με σφεντόνες, με κασμάδες. Τόσο μαζικό, τόσο ολοκληρωτικό πόλεμο δεν θα βρείτε ο’ ολόκληρη την ιστορία των πολέμιον όσο κι αν ψάξετε. Τελικά, ο Χο παρέα με τον Γκιάπ θα πετύχσυν το ακατόρθωτο: ένας σχετικά μικρός λαός ηρώων θα νικήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες, την πιο ισχυρή στρατιωτικά και οικονομικά δύναμη στον κόσμο.
Το 1965, δέκα χρόνια μετά την άφιξη των Αμερικανών στο Βιετνάμ ως «ειρηνοποιών» ο Πόλεμος του Βιετνάμ αμερικανοποιείται απροκάλυπτα. Τώρα οι αμερικανοί στρατιώτες αποβιβάζονται κανονικότατα και χωρίς προσχήματα στην πατρίδα του Χο, που την αντιμετωπίζουν σαν εχθρική χώρα.
Το 1974 το αμερικανικό Κογκρέσο ψηφίζει την κατάργηση της στρατιωτικής βοήθειας προς το Νότιο Βιετνάμ Έτσι ονόμασαν την αμερικανική εισβολή στο Βιετνάμ, στρατιωτική βοήθεια την ονόμασαν. Ντρέπονται οι γερουσιαστές να πουν πως αυτό που στην πραγματικότητα ψήφισαν ήταν η εγκατάλειψη της προσπάθειας να υποτάξουν το βιετναμέζικο λαό. Σοφοί οι Γάλλοι. 'Εφυγαν ομολογώντας την ήττα τους προτού γελοιοποιηθούν εντελώς όπως οι Αμερικανοί στο δικό τους, το πολύ πιο καταστροφικό Ντιεν Μπιεν Φου.
Από τα 2 εκατομμύρια Αμερικανών που πολέμησαν στο Βιετνάμ σκοτώθηκαν 58.000 και τραυματίστηκαν σοβαρά 313.000, σύμφωνα με τα επίσημα αμερικανικά στοιχεία. Οι Βιετναμέζοι που σκοτώθηκαν είναι ίσοι με τους Αμερικανούς που εισέβαλαν στη χώρα τους, 2 εκατομμύρια επί πληθυσμού 60 εκατομμυρίων. Οι Αμερικανοί έριξαν στο Βιετνάμ 6,3 εκατομμύρια τόνους βόμβες, τριπλάσιου συνολικού βάρους από τις βόμβες που έριξε η Γερμανία και η Ιαπωνία μαζί στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Πιο φονικός και πιο βάρβαρος πόλεμος δεν έγινε ποτέ στην ιστορία. Τον θέλησαν και τον διεξήγαν οι «πολιτισμένοι» Αμερικανοί Δηλαδή, ο καπιταλισμός, για να λέμε τα πράγματα με το σωστό κοινωνικοοικονομικό τους όνομα.
Στις 30 Απριλίου 1975 οι Βιετκόνγκ καταλαμβάνουν τη Σαϊγκόν, την πρωτεύουσα του Νοτίου Βιετνάμ. Οι τελευταίοι Αμερικανοί που έχουν απομείνει διαφεύγουν με ελικόπτερο από τ ψ ταράτσα της αμερικανικής πρεσβείας. Ο «θείος Χο» δεν θα είναι εκεί για να δει το «ναυαγοσωστικό» ελικόπτερο να απογειώνεται. Είχε πεθάνει 6 χρόνια νωρίτερα, το 1969. Αιώνια του η μνήμη. Ήταν ένας σοφός Ασιάτης, ένας μεγάλος ηγέτης, ένας σπουδαίος κομουνιστής, ένας άψογος επαναστάτης.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.



Δευτέρα, 27 Μαΐου 2013

Το ιδεολόγημα του εθνικισμού

«Έτσι κι αλλιώς, τα κομουνιστικής εμπνεύσεως και καθοδηγήσεως αντιφασιστικά αντάρτικα παντού στην Ευρώπη είναι εθνικά απελευθερωτικά κινήματα. Νάτος πάλι ο εθνικισμός. Ο Λένιν τον έβγαλε από την πόρτα και η ιστορία τον έβαλε απ’ το παράθυρο. Ο εθνικισμός είναι ένα πανίσχυρο ιδεολόγημα που, αν και ανόητο καθεαυτό, πρέπει να το οικειοποιηθούμε και να το εκμεταλλευτούμε αντιμετωπίζοντάς το σαν εργαλείο δουλειάς. Κι αυτό ακριβώς κάνουν σήμερα όλα τα κομουνιστικά κόμματα. Στρέφουν τον εθνικισμό κατά της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης που επιβάλλει ο σημερινός ιμπεριαλισμός. Κι έτσι, αριστεροί και μη φιλελεύθεροι δεξιοί μοιάζουν να συμπλέουν, τουλάχιστον επ’ αυτού του θέματος. Κακό είναι; Ποιος είναι ο κύριος εχθρός μας σήμερα, ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός ή ο συμπαθέστατος κυρ Γιάννης ο μανάβης, που είχε πατέρα δωσίλογο και σήμερα ψηφίζει για λόγους συναισθηματικούς και κάθε άλλο παρά ταξικούς άκρα Δεξιά;
Διαβάστε, λοιπόν, Λένιν και κάντε λίγη υπομονή μέχρι να αρχίσει ο Γ Παγκόσμιος Πόλεμος. Και μέχρι τότε μην παραλείψετε να βοηθήσετε λιγάκι την κατάσταση πετώντας κάπου κάπου καμιά μπομπίτσα, έτσι για να μένει η μηχανή αναμμένη. Δεν χάλασε ο κόσμος αν κάποιοι αρχίσουν λίγο νωρίτερα τον Γ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ίσα ίσα, θα μας βοηθήσουν να προσαρμοστούμε καλύτερα. Και μη χαρακτηρίσει κανείς κυνισμό κάτι που δεν είναι παρά απλή ελληνική λογική, παντελώς άσχετη με τα χριστιανικά ευχολόγια.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.



Η οικονομική χρησιμότητα του ρατσισμού

«Ο ρατσισμός είναι οικονομικά χρήσιμος. Σου επιτρέπει να εκμεταλλεύεσαι τους «κατώτερους» χωρίς χριστιανικές τύψεις και χωρίς τον κίνδυνο της απώλειας του παραδείσου, που είναι ο μόνιμος εφιάλτης κάθε καλού χριστιανού, που μπορεί να σκοτώσει άνετα κάθε ζωντανό που δεν έχει ψυχή, ας πούμε έναν λαγό, και κάθε άνθρωπο που δεν έχει καλής ποιότητας ψυχή, ας πούμε έναν μαύρο.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.



Αντίθεση φύσης και κοινωνίας

«Στη φύση κυριαρχεί πράγματι ο νόμος του ισχυρότερου. Αλλά η κοινωνία είναι ακριβώς το αντίθετο της φύσης. Η κοινωνία επιβάλλει έναν έλεγχο, μια κοινωνικοποίηση του φυσικού, προκειμένου να μην αλληλοσπαράσσονται οι άνθρωποι όπως τα ζώα στη ζούγκλα. Το «ζην κατά Νόμον» των αρχαίων Ελλήνων σημαίνει να έχεις συνεχώς υπό έλεγχο τα ένστικτα και τις επιθυμίες σου. Αν δυσκολεύεσαι, θα έρθει ο νομοθέτης διά του δικαστή και θα σε επαναφέρει στην τάξη που επιβάλλει η λογική και όχι ο καταναγκασμός. (Το ελληνικό δίκαιο, όπως και κάθε τι το ελληνικό, στηρίζεται αποκλειστικά στη λογική, το πιο μεγάλο δημιούργημα των αρχαίων Ελλήνων).»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.



Αυτό που δεν θα αλλάξει ποτέ

«Ξέρουμε ήδη πως ο κομουνισμός δεν είναι εφεύρεση του Μαρξ, αφού προϋπήρχε του μαρξισμού. Ξέρουμε, επίσης, πως η ουτοπία θα γίνει ιδεώδες, το ιδεώδες όνειρο, το όνειρο θεωρία, η θεωρία οδηγός δράσης, ο οδηγός δράσης κόμμα και το κόμμα σχολείο για επαναστάτες. Τελικά οι επαναστάτες, ξεκινώντας από τη μακρινή Ουτο­πία του Τόμας Μορ, θα δημιουργήσουν κράτος. Κι έτσι, η αφετηριακή ουτοπία θα πάρει τώρα μια πολύ συγκεκριμένη μορφή. Μέσα σ’ όλη αυτή τη μακρά διαδρομή, η θεωρία θα αράξει και θα προσαρμοστεί στην πραγματικότητα κάμποσες φορές. Όμως αυτό που δεν θα αλλάξει ποτέ είναι η επιθυμία για κοινωνική δικαιοσύνη.
Τούτη η επιθυμία περνάει σιγά σιγά από το προσωπικό επίπεδο στο συλλογικό για να προκύψουν έτσι κόμματα σοσιαλιστικά ή κομουνιστικά που εγγράφουν την απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη στα εξώφυλλα των προγραμμάτων τους. Αυτό ακριβώς είναι που ξεχωρίζει ένα αριστερό από ένα δεξιό κόμμα; η απαίτηση για κοινωνική δικαιοσύνη.
Που από ιδανικό κινούμενο στην περιοχή του ευχολογίου γίνεται τώρα συγκεκριμένη κοινωνική και πολιτική δράση, που δυναμώνει συνεχώς και περισσότερο καθώς ο καπιταλισμός διά του ιμπεριαλισμού διεθνοποιεί ολοένα και πιο πολύ τη δράση του, βάζοντας από τότε τα θεμέλια αυτού που σήμερα ονομάζεται οικουμενοποίηση του κεφαλαίου. Οικουμενοποίηση είναι το σεμνό όνομα του ιμπεριαλισμού. Η λέξη ιμπεριαλι­σμός δεν εκφέρεται εύκολα από καπιταλιστικά χείλη διότι παραπέμπει στον αυτοκρατορισμό.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.



Πτωχός πλην τίμιος

«Το «πτωχός πλην τίμιος» είναι αρχή χριστιανική, όχι σοσιαλιστική. (Δεν καταλαβαίνω γιατί τα αφεντικά μπορούν και κλέβουν νομότυπα την υπεραξία της δουλειάς μας και εμείς δεν μπορούμε να «απαλλοτριώσουμε» μέρος των κλοπιμαίων διά της κλοπής. Το πρόβλημα με την κλοπή δεν είναι η κλοπή, αλλά η αδυναμία των κλεπτών να ξεχωρίσουν τα πορτοφόλια των πλούσιων από τα πορτοφόλια των φτωχών).»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.