Μοντάζ - Τι κόσμος είναι αυτός
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαρξισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μαρξισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Φύση και πολιτισμός

«Ο φασισμός είναι το όργανο του Κεφαλαίου σκέτα. Μεγάλου, μεσαίου, μικρού, πολύ μικρού. Καπιταλισμός δεν είναι μόνο το μεγάλο Κεφάλαιο. Ο καπιταλισμός είναι κοινωνικό σύστημα βασισμένο σε ολόκληρο το Κεφάλαιο, μεγάλο, μεσαίο και μικρό.
Ο Μουσολίνι μιλάει συνέχεια για την «αμείλικτη λογική της πραγματικότητας» και ποτέ για τη λογική των ιδεών και των πολιτικών προγραμμάτων. Πιστεύει στη «σιδηρά λογική της φύσης», στην «επικράτηση των ισχυρών πάνω στους ανίσχυρους», στο ρόλο του ηγέτη που «δεν επιβάλλει αυθαίρετα την άποψή του αλλά επιβλέπει την εξέλιξη της δυναμικής των πραγμάτων και φροντίζει να μην εκπέσει αυτή η δυναμική». Λόγια πάρα πολύ σοβαρά και κυρίως πάρα πολύ φυσικά.
Κι εδώ ακριβώς παρεμβαίνει ο μαρξισμός. Ο Ένγκελς θα πει πως ο πολιτισμός, συνεπώς και η πολιτική που στοχεύει στη δημιουργία πολιτισμού, είναι ένας διαρκής αγώνας για την καθυπόταξη της φύσης. Η κοινωνία είναι το αντίθετο της φύσης και ο πολιτισμένος άνθρωπος είναι το αντίθετο του φυσικού ανθρώπου. Ο κατ’ εξοχήν φυσικός άνθρωπος είναι ο ανθρωποφάγος. Που ξέρει καλά αυτό που γνωρίζουν όλοι οι βιοχημικοί. Πως το πιο υγιεινό κρέας είναι το ανθρώπινο, που μεταβολίζεται εύκολα και δεν επιβαρύνει τη λειτουργία της πέψης. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία πως η ανθρωποφαγία είναι η πιο φυσικά υγιεινή διατροφή που θα μπορούσε να υπάρξει Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία πως, καθώς ο πληθυσμός της γης αυξάνεται και η αναλογούσα κατά κεφαλή ποσότητα τροφής μειώνεται, η ανθρωποφαγία θα γίνει κάποτε της μόδας και στους πολιτισμένους. Γκαρσόν, ένα νεγράκι σούβλας, παρακαλώ! Αν αφήσουμε τη φύση να κυριαρχήσει πάνω στην κοινωνία, ο φασισμός γίνεται αναπόφευκτος. Το «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» του Καστοριάδη δεν είναι σύνθημα, είναι δίλημμα Ο φασισμός είναι η μοντέρνα εκδοχή της πολύ φυσικής ανθρωποφαγίας. Δηλαδή, ένας καπιταλισμός σπαραχτικά ειλικρινής.
Σοσιαλισμός σημαίνει «κοινωνισμός». Και η κοινωνία υπάρχει για να προστατεύονται οι αδύνατοι και όχι για να κυριαρχούν οι δυνατοί. Οι δυνατοί μπορούν να παν στη ζούγκλα με τον Ταρζάν και να ζήσουν εκεί παρέα με τα δυνατά λιοντάρια Αν και δεν είναι καθόλου βέβαιο πως τα δυνατά λιοντάρια θα αναγνωρίσουν σαν εξίσου δυνατά ζώα τους δυνατούς φασίστες και θα τους εξαιρέσουν από το μενού. Οπότε οι δυνατοί φασίστες θα επιστρέψουν στην κοινωνία των ανθρώπων φέρνοντας και μια λεοντή για να θυμούνται τη μάταιη απόπειρα να γίνουν λιοντάρια Οι φασίστες είναι κοριοί που, ωστόσο, μπορούν να σε φαν ζωντανό αν πέσουν πάνω σου μιλιούνια Γλίτωσα από τα λιοντάρια
και με φάγαν οι κοριοί, λέει ο μέγας είρων Μπέρτολντ Μπρεχτ. Είναι ένας θάνατος εντελώς γελοίος.
Βέβαια, υπάρχει βαρβαρότητα και στο σταλινισμό αλλά αυτή προέκυψε εκ των υστέρων δεν ήταν εκ των προτέρων γραμμένη στο πρόγραμμά του, όπως στο φασισμό.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.

Δευτέρα 8 Απριλίου 2013

Σωβινισμός


«Δεν κουμαντάρει κανείς εύκολα τις πάρα πολλές εθνότητες που συναποτελούσαν τη Σοβιετική Ένωση, όπως άλλωστε έδειξε και το πρόβλημα που δημιουργήθηκε στη διάρκεια της «βασιλείας» του Γκορμπατσόφ στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, όπου παρά τη συνεχώς και ειλικρινώς διακηρυσσόμενη ευγνωμοσύνη των Αρμενίων για τη βοήθεια που τους πρόσφερε το νέο καθεστώς το 1917 ώστε να ξεφύγουν απ’ το λεπίδι των Τούρκων, έρχονται τώρα και ζητούν την ενσωμάτωση στην ενσωματωμένη στην ΕΣΣΔ Αρμενία μιας ενσωματωμένης στην ΕΣΣΔ περιοχής του ενσωματωμένου στην ΕΣΣΔ Αζερμπαϊτζάν! Οι σοβινιστές, λοιπόν, παραμένουν ηλίθιοι και υπό σοσιαλιστικό καθεστώς.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.


Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Καπιταλιστικές κρίσεις

Την στιγμή που οι επίσημοι διανοούμενοι του συστήματος προσπαθούν να μας πείσουν ότι η παγκόσμια κρίση, που με τόσο οξύ τρόπο βιώνουμε, είναι προϊόν μιας χούφτας χαρτογιακάδων της Wall Street που αντί να τζογάρουν τα λεφτά του κοσμάκη ηθικώς, τα τζόγαραν απερίσκεπτα ενώ η ελληνική έκφραση της είναι προϊόν του ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε», του μεγάλου δημοσίου, του τεμπέλη-λαμόγιου ημεδαπού κλπ οι αριστεροί πολιτικοί, διανοητές και οικονομολόγοι επιμένουν ότι ζούμε μια δομική κρίση του καπιταλισμού. Μια κρίση υπερσυσσώρευσης, από αυτές που παρουσιάζονται περιοδικά στον καπιταλισμό από την γέννηση του και έχουν πολύ συγκεκριμένα αίτια. Τι σημαίνουν όλα αυτά όμως; Η βάση της αριστερής οικονομικής θεωρίας βρίσκεται στις επιστημονικές μελέτες του Καρλ Μαρξ και γι’ αυτό και εμείς εκεί θα ανατρέξουμε για απαντήσεις.
Ο Μαρξ λοιπόν απέδειξε ότι ο καπιταλισμός ΕΙΝΑΙ οι κρίσεις του και όχι οι ενδιάμεσες περίοδοι ηρεμίας. Η περιοδικότητα εμφάνισης των οικονομικών κρίσεων καθώς και τα κοινά αίτια τους μας κάνουν να συμφωνούμε μαζί του. Ενδεικτικά αναφέρω για τον προηγούμενο αιώνα 1929, 1971, 1980, 1990, 1991, 1999. Το βασικό αίτιο είναι η εγγενής στον καπιταλισμό αντίθεση της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της ιδιωτικοποίησης του κεφαλαίου (από δω και στο εξής θα αναφέρεται ως πρόταση 1). Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι ενώ παράγει η κοινωνία συνολικά με τα χέρια, τις δεξιότητες, την εμπειρία, τις γνώσεις της κλπ το κέρδος πάει στο συντριπτικό του ποσοστό στον επενδυτή-κεφαλαιούχο ο οποίος ως μοναδικό του σκοπό έχει την αύξηση της αξίας του κεφαλαίου του (περισσότερα κέρδη). Για να επιτευχθεί αυτό ο πιο απλός τρόπος είναι η αύξηση της παραγωγής σε συνάρτηση με την επαναστατικοποίηση του τρόπου και των μέσων παραγωγής. Δηλαδή ενώ παράγω 100 αντικείμενα προσπαθώ να παράξω 200 ανοίγοντας άλλο ένα εργοστάσιο, αυτοματοποιώντας την παραγωγή, εκσυγχρονίζοντας τα μηχανήματα, αυξάνοντας τα ωράρια κλπ. Όσο αυξάνω όμως το κεφάλαιο που βάζω στην επιχείρηση τα κέρδη αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό; Δηλαδή αν έχω ένα εργοστάσιο και κερδίζω 100 ευρώ τον χρόνο και ανοίξω ένα δεύτερο θα κερδίσω 200; Όχι απαντά η οικονομική επιστήμη! Όσο το επενδυθέν κεφάλαιο αυξάνεται, το Μέσο Ποσοστό Κέρδους μειώνεται με αποτέλεσμα από κάποιο σημείο και μετά να μην αξίζει να γίνει επένδυση αύξησης της παραγωγής.
Όταν όσα λεφτά και να επενδυθούν στην αύξηση της παραγωγής τα κέρδη δεν αυξάνονται, έχουμε απόλυτη υπερσυσσώρευση. Αυτό συμβαίνει γιατί τα μέσα και ο τρόπος παραγωγής δεν μπορούν να επαναστατικοποιηθούν περεταίρω. Όταν δηλαδή το κεφάλαιο δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί άλλο την εργασία (τα ωράρια δεν μπορούν να αυξηθούν άλλο, η ανεργία είναι μηδενική οπότε δεν μπορούν να γίνουν προσλήψεις, δεν υπάρχουν μηχανήματα που να αυξάνουν περισσότερο την παραγωγικότητα κλπ) καθώς και όταν η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου μειώνεται (όταν ο λόγος σταθερό κεφάλαιο (μηχανήματα, εγκαταστάσεις κλπ) / μεταβληθέν κεφάλαιο (εργασιακό κόστος) μειώνεται) το Μέσο Ποσοστό Κέρδους έχει μηδενιστεί. Αυτή βέβαια είναι μια οριακή κατάσταση, που δεν μπορεί να προκύψει στην πραγματικότητα, μας βοηθάει όμως να κατανοήσουμε την πραγματική φύση της μείωσης του Μέσου Ποσοστού Κέρδους. Στις ενδιάμεσες συνθήκες, και όσο η σχετική υπερσυσσώρευση αυξάνει, το κεφάλαιο «ψάχνει» να επενδυθεί σε άλλη
γη σε άλλα μέρη που να του δίνουν το ποσοστό κερδοφορίας που επιζητά. Μια είναι η απάντηση λοιπόν : Χρηματοπιστωτικός τομέας!
Παρά το ότι στην αντίληψη των περισσότερων ανθρώπων η άνθηση του χρηματιστηρίου είναι φαινόμενου του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Τα χρηματιστήρια και οι τράπεζες ανθίζουν μαζί με τον καπιταλισμό. Βέβαια στον πρώιμο καπιταλισμό έχουν κυρίως ρόλο μεταφοράς κεφαλαίων, δανεισμού και φύλαξης καταθέσεων αλλά όσο ο οι ανάγκες του συσσωρευθέντως κεφαλαίου να επενδυθεί αυξάνουν, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ακολουθούν. Αρκεί να αναφέρουμε ότι μέσα σε στην προηγούμενη δεκαετία οι άμεσες επενδύσεις μειώθηκαν, σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά 62,5% ενώ οι επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα αυξήθηκαν κατά περίπου 800%! Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία 40 είχε δημιουργηθεί, κύμα κύμα, ένα τεράστιο τσουνάμι κεφαλαίων το οποίο προωθούνταν καθημερινώς, από την Ευρώπη και την Ασία, στη Wall Street και τροφοδοτούσε το δημοσιονομικό και εμπορικό έλλειμμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ακόμα και ένα μικρό παιδί όμως μπορεί να καταλάβει ότι μια διαδικασία που γεννάει χρήμα επενδύοντας χρήμα χωρίς να παράγει κάποιο εμπόρευμα δημιουργεί φούσκες που όταν σκάνε, κολοσσοί και στυλοβάτες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, όπως η Lehman Brothers, καταρρέουν.
Αν ανατρέξουμε στις καπιταλιστικές κρίσεις της ιστορίας θα διαπιστώσουμε ότι όλες έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Η παραγωγή αυξάνεται, το μέσο ποσοστό κέρδους μειώνεται, το κεφάλαιο υπερσυσσωρεύεται, οι άμεσες επενδύσεις μειώνονται, οι χρηματοπιστωτικές επενδύσεις αυξάνονται, η φούσκα σκάει και πάλι από την αρχή. Ο μόνος τρόπος λοιπόν να σταματήσει αυτό ο φαύλος κύκλος και οι οικονομικές κρίσεις να αποτελέσουν παρελθόν και πεδίο μελέτης για τους ιστορικούς και μόνο, λέει ο Μαρξ, είναι να σπάσει η αντίθεση της πρότασης 1. Να σταματήσουν δηλαδή να ιδιωτικοποιούνται από λίγους τα κέρδη που προκύπτουν από την παραγωγική διαδικασία όλων των ανθρώπων. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν κοινωνικοποιηθούν τα μέσα παραγωγής. Μέχρι τότε όλες οι προσπάθειες διαχείρισης του καπιταλισμού θα είναι εις μάτην γιατί θα συγκρούονται με την διάθεση των καπιταλιστών να αυξάνουν τα κέρδη τους με κάθε τρόπο και κάθε μέσο.

του Δημήτρη Δαλάκογλου

Πέμπτη 13 Σεπτεμβρίου 2012

Ο φαύλος κύκλος των καπιταλιστικών κρίσεων


Αποσπάσματα από το «Σοσιαλισμός, Ουτοπικός και Επιστημονικός» του Φρίντριχ Ένγκελς

«Για να τελειώνουμε, συνοψίζουμε σύντομα την πορεία που ακολούθησε η ανάπτυξή μας:     
[…]
2. Καπιταλιστική επανάσταση: Μετατροπή της βιομηχανίας, στην
αρχή με την απλή συνεργασία και τη χειροτεχνική φάμπρικα. Συγκέντρωση των μέσων παραγωγής, που ως τότε ήταν σκόρπια, σε μεγάλα εργαστήρια και, κατά συνέπεια, μετατροπή τους από ατομικά σε κοινωνικά - μετατροπή που δεν θίγει τη μορφή ανταλλαγής στο σύνολό της. Οι παλιές μορφές ιδιοποίησης εξακολουθούν να ισχύουν. Εμφανίζεται ο καπιταλιστής. Με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, ιδιοποιείται τα προϊόντα και τα μετατρέπει σε εμπορεύματα. Η παραγωγή γίνεται κοινωνική πράξη. Η ανταλλαγή και μαζί μ' αυτή η ιδιοποίηση παραμένουν ατομικές πράξεις, πράξεις του ξεχωριστού ανθρώπου: το κοινωνικό προϊόν το ιδιοποιείται ο ατομικός καπιταλιστής. Αυτή είναι μια βασική αντίφαση, από την οποία ξεπηδούν όλες οι αντιφάσεις της σημερινής κοινωνίας, αντιφάσεις που τις φέρνει στο φως η μεγάλης κλίμακας βιομηχανία.

Α. Χωρισμός του παραγωγού από τα μέσα παραγωγής. Καταδίκη του εργάτη να μείνει όλη τη ζωή του μισθωτός. Αντίθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την αστική τάξη.
Β. Εκδήλωση όλο και πιο έντονη και με αυξανόμενη αποτελεσματικότητα, των νόμων που κυριαρχούν στην παραγωγή εμπορευμάτων. Αχαλίνωτος ανταγωνισμός. Αντίθεση ανάμεσα στην κοινωνική οργάνωση μέσα στο κάθε ξεχωριστό εργοστάσιο και την κοινωνική αναρχία στο σύνολο της παραγωγής.
Γ. Από τη μια, τελειοποίηση των μηχανικών εγκαταστάσεων, που ο ανταγωνισμός την κάνει επιτακτικό νόμο για τον κάθε ξεχωριστό εργοστασιάρχη, και ένας όλο και μεγαλύτερος παραμερισμός των εργατών: εφεδρικός βιομηχανικός στρατός. Από την άλλη, επέκταση δίχως όρια της παραγωγής, που είναι και αυτή εξίσου υποχρεωτικός νόμος του ανταγωνισμού για τον κάθε εργοστασιάρχη. Και στις δύο πλευρές, πρωτάκουστη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, πλεόνασμα της προσφοράς στην αγορά, υπερπαραγωγή, παραγέμισμα των αγορών, κρίσεις κάθε δέκα χρόνια, φαύλος κύκλος: εδώ, πλεόνασμα από παραγωγικά μέσα και προϊόντα - εκεί, πλεόνασμα από εργάτες δίχως εργασία και δίχως μέσα συντήρησης. Οι δύο αυτοί μοχλοί της παραγωγής και της κοινωνικής ευημερίας δεν μπορούν να συνενωθούν, γιατί η καπιταλιστική μορφή της παραγωγής απαγορεύει στις παραγωγικές δυνάμεις να μπουν σε κίνηση, στα προϊόντα να κυκλοφορήσουν, αν δεν μετατραπούν προηγουμένως σε κεφάλαιο, πράγμα που εμποδίζει αυτή η ίδια η αφθονία τους. Η αντίφαση έχει φτάσει ως τον παραλογισμό. Ο τρόπος παραγωγής στασιάζει ενάντια στη μορφή ανταλλαγής. Η αστική τάξη πείστηκε και η ίδια πως είναι ανίκανη να διευθύνει άλλο τις δικές της κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις.
[…]
3. Προλεταριακή επανάσταση, διάλυση των αντιφάσεων: Το προλεταριάτο κατακτά τη δημόσια εξουσία και, χάρη στην εξουσία αυτή, μετατρέπει τα κοινωνικά μέσα παραγωγής, που ξέφυγαν από τα χέρια της αστικής τάξης, σε δημόσια ιδιοκτησία. Με την πράξη αυτή, ελευθερώνει τα παραγωγικά μέσα από την προηγούμενη ιδιότητά τους να είναι κεφάλαιο και δίνει πλήρη ελευθερία στον κοινωνικό τους χαρακτήρα να επιβληθεί. Η κοινωνική παραγωγή, σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο πλάνο, είναι από τώρα και στο εξής δυνατή. Η ανάπτυξη της παραγωγής κάνει την ύπαρξη στο μέλλον των διάφορων κοινωνικών τάξεων αναχρονισμό. Στο μέτρο που εξαφανίζεται η αναρχία στην κοινωνική παραγωγή, πέφτει σε ύπνο και η πολιτική εξουσία του Κράτους. Οι άνθρωποι, κύριοι επιτέλους της κοινωνικής τους οργάνωσης, γίνονται, ακριβώς γι' αυτό το λόγο, κύριοι της φύσης, κύριοι του εαυτού τους, ελεύθεροι.     
Να πραγματοποιήσει την απελευθερωτική αυτή πράξη, αυτή είναι η ιστορική αποστολή του σύγχρονου προλεταριάτου. Να εξακριβώσει τις ιστορικές συνθήκες και, μ'αυτό, την ίδια τη φύση τους και να δώσει έτσι στην τάξη που αποστολή της είναι να δράσει, τάξη καταπιεζόμενη σήμερα, την επίγνωση των όρων και της φύσης της δράσης της, αυτό είναι το καθήκον του επιστημονικού σοσιαλισμού, που είναι η θεωρητική έκφραση του προλεταριακού κινήματος.»

Το προηγούμενο απόσπασμα είναι το τελευταίο μέρος του βιβλίου.    

Απόσπασμα:
«. Η αντίφαση μεταξύ κοινωνικής παραγωγής και καπιταλιστικής ιδιοποίησης αναπαράγεται με τη μορφή του ανταγωνισμού ανάμεσα στην οργάνωση της παραγωγής στο ξεχωριστό εργοστάσιο και την αναρχία της παραγωγής στο σύνολο της κοινωνίας.
Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής κινείται μέσα στις δύο αυτές μορφές αντίφασης, μιας αντίφασης που είναι συνυφασμένη εξαρχής μαζί του, διαγράφοντας ασταμάτητα το «φαύλο κύκλο» που είχε περιγράψει ο Φουριέ. Ωστόσο αυτό που δεν μπορούσε ακόμη να αντιληφθεί στον καιρό του ο Φουριέ, είναι πως ο κύκλος αυτός στενεύει σιγά-σιγά, πως η κίνηση μοιάζει όλο και περισσότερο με μια σπειροειδή γραμμή που, όπως και στους πλανήτες, θα καταλήξει να συγκρουστεί με το κέντρο. Η κινητήρια δύναμη της κοινωνικής αναρχίας στην παραγωγή είναι αυτή που μετατρέπει όλο και περισσότερο τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων σε προλετάριους και οι προλεταριακές μάζες με τη σειρά τους είναι αυτές που τελικά θα βάλουν ένα τέλος στην αναρχία της παραγωγής. Η ίδια κινητήρια δύναμη είναι εκείνη που μετατρέπει την απεριόριστη δυνατότητα για τελειοποίηση των μηχανών στη μεγάλη βιομηχανία σε επιτακτικό νόμο για τον κάθε ξεχωριστό βιομήχανο καπιταλιστή, που τον εξαναγκάζει να τελειοποιεί όλο και πιο πολύ τις μηχανικές του εγκαταστάσεις κάτω από την απειλή της καταστροφής.
Τελειοποίηση όμως των μηχανών σημαίνει πως ένα μέρος από το ανθρώπινο εργατικό δυναμικό περισσεύει. Αν η εισαγωγή και ο πολλαπλασιασμός των μηχανών σήμανε τον εκτοπισμό εκατομμυρίων χειρωνακτών και την αντικατάστασή τους από ένα μικρό αριθμό χειριστών της μηχανής, η τελειοποίηση των μηχανικών εγκαταστάσεων σημαίνει τον εκτοπισμό όλο και περισσότερων χειριστών μηχανής και, σε τελευταία ανάλυση, τη δημιουργία ενός αριθμού από διαθέσιμους μισθωτούς που ξεπερνάει το μέσο όρο των αναγκών απασχόλησης του κεφαλαίου, τη δημιουργία ενός κυριολεκτικά εφεδρικού βιομηχανικού στρατού, σύμφωνα με τον όρο που χρησιμοποίησα το 1845-5 ενός στρατού που είναι διαθέσιμος για τις περιόδους που η βιομηχανία εργάζεται σε έντονο ρυθμό, και που πετιέται στο δρόμο μόλις ακολουθήσει αναγκαστικά το «κραχ», ενός στρατού που αποτελεί κάθε στιγμή βαρίδι δεμένο στα πόδια της εργατικής τάξης στον αγώνα που διεξάγει ενάντια στο κεφάλαιο για την ύπαρξή της, ένα ρυθμιστή που κρατάει το μισθό στο χαμηλό επίπεδο που εξυπηρετεί τις ανάγκες του κεφαλαίου. Έτσι, για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Μαρξ, οι μηχανές γίνονται το πιο δυνατό όπλο του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη, όπου το μέσο της εργασίας αρπάζει ξανά και ξανά από τα χέρια του εργάτη τα μέσα της επιβίωσής του, όπου αυτό το ίδιο το προϊόν του εργάτη μετατρέπεται σε όργανο για την υποδούλωσή του. Μ’αυτόν τον τρόπο, από την αρχή, η οικονομία στα μέσα της εργασίας μετατρέπεται παράλληλα σε μια χωρίς έλεος σπατάλη της εργατικής δύναμης, σε κυριολεκτική καταλήστευση σε σχέση με τις συνθήκες και τους όρους εργασίας, σε τέτοιο βαθμό, που η μηχανή, το πιο ισχυρό μέσο για τον περιορισμό του εργάσιμου χρόνου, μετατρέπεται στον πιο αλάνθαστο μηχανισμό για τη μεταβολή ολόκληρης της ζωής του εργάτη και της οικογένειάς του σε διαθέσιμο χρόνο εργασίας για την επέκταση του κεφαλαίου.6
Έτσι, η υπερεργασία μερικών γίνεται προϋπόθεση για την ανεργία των άλλων και η μεγάλη βιομηχανία, τη στιγμή που κυνηγάει σ' όλον τον πλανήτη να βρει καινούργιους καταναλωτές, περιορίζει στη δική της χώρα την κατανάλωση των μαζών σε ένα ελάχιστο όριο πείνας και υποσκάπτει τη δική της εσωτερική αγορά. «Ο νόμος που κρατάει πάντα την ισορροπία ανάμεσα στην έκταση και ενέργεια της συσσώρευσης από τη μια και τον σχετικό υπερπληθυσμό ή τον εφεδρικό βιομηχανικό στρατό από την άλλη, δένει τον εργάτη στο κεφάλαιο πιο στέρεα απ’ όσο κρατούσαν οι σφήνες του Ηφαίστου τον Προμηθέα δεμένο στο βράχο του. Ο νόμος αυτός καθορίζει μια συσσώρευση αθλιότητας αντίστοιχη με τη συσσώρευση του κεφαλαίου. Η συσσώρευση του πλούτου στον ένα πόλο σημαίνει ταυτόχρονα συσσώρευση της αθλιότητας, της αγωνίας για τη δουλειά, της σκλαβιάς, της αμάθειας, της αποκτήνωσης, της ηθικής κατάπτωσης στον αντίθετο πόλο, δηλαδή στην πλευρά της τάξης που παράγει το ίδιο το προϊόν της σαν κεφάλαιο».7 Το να περιμένει κανείς από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής μια διαφορετική κατανομή των προϊόντων, είναι σαν να περιμένει τα ηλεκτρόδια μιας μπαταρίας να μην αποσυνθέτουν το νερό και να μη δίνουν οξυγόνο στο θετικό πόλο και υδρογόνο στον αρνητικό, τη στιγμή που βρίσκονται συνδεμένα με τη μπαταρία.
Είδαμε με ποιόν τρόπο η ικανότητα τελειοποίησης των σύγχρονων μηχανών, όταν αναπτύσσεται στον ανώτατο βαθμό, μετατρέπεται, λόγω της αναρχίας της κοινωνικής παραγωγής, σ’ έναν επιτακτικό νόμο που υποχρεώνει τον κάθε ξεχωριστό βιομήχανο καπιταλιστή να βελτιώνει αδιάκοπα την παραγωγική ισχύ τους. Η απλή δυνατότητα να διευρύνεται το πεδίο της παραγωγής του μετατρέπεται γι' αυτόν σε έναν άλλο, εξίσου επιτακτικό νόμο. Η τεράστια δυναμική επέκτασης που υπάρχει στη μεγάλης κλίμακας βιομηχανία και που πλάι της η δύναμη επέκτασης των αερίων μοιάζει πραγματικά παιδικό παιχνίδι, εκδηλώνεται τώρα σε μας σαν ανάγκη για ποιοτική και ποσοτική επέκταση, που δεν υπολογίζει καμιά αντίθετη πίεση. Την αντίθετη πίεση τη δημιουργεί η κατανάλωση, οι πωλήσεις, οι αγορές για τα προϊόντα της μεγάλης βιομηχανίας. Μα η ικανότητα για επέκταση των αγορών, τόσο σε έκταση όσο και σε βάθος, καθορίζεται πρώτα-πρώτα από ολότελα διαφορετικούς νόμους, που ενεργούν πολύ λιγότερο δραστικά. Η εξάπλωση των αγορών δεν μπορεί να συμβαδίζει με την επέκταση της παραγωγής. Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη, και μιας που δεν μπορεί να σπάσει τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής, γίνεται περιοδική. Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή γεννάει έναν καινούργιο «φαύλο κύκλο».
Και πραγματικά, από το 1825 που ξέσπασε η πρώτη γενικευμένη κρίση, το σύνολο του βιομηχανικού και εμπορικού κόσμου, η παραγωγή και η ανταλλαγή σε όλους τους πολιτισμένους λαούς και τα περισσότερο ή λιγότερο βάρβαρα παραρτήματα τους, παθαίνουν βλάβη σχεδόν μια φορά κάθε δέκα χρόνια. Το εμπόριο σταματάει, οι αγορές είναι υπερπλήρεις, τα προϊόντα μένουν σε σωρούς απούλητα, το μετρητό χρήμα γίνεται άφαντο, η πίστωση εξαφανίζεται, τα εργοστάσια σταματούν, οι εργαζόμενες μάζες στερούνται τα μέσα διαβίωσης γιατί απλά παρήγαγαν πάρα πολλά, η μια χρεωκοπία διαδέχεται την άλλη, ο ένας αναγκαστικός πλειστηριασμός ακολουθεί τον άλλο. Η στασιμότητα κρατάει χρόνια, παραγωγικές δυνάμεις και προϊόντα κατασπαταλούνται και καταστρέφονται μαζικά, ώσπου τελικά να μπορέσουν να διοχετευθούν οι συσσωρευμένες αυτές μάζες των εμπορευμάτων, ύστερα από μια μικρή ή μεγάλη υποτίμηση, οπότε η παραγωγή και η ανταλλαγή ξαναπαίρνουν σιγά-σιγά μπρος. Σταδιακά ο ρυθμός της κίνησης επιταχύνεται, το βήμα γίνεται τροχάδην, το βιομηχανικό τροχάδην μετατρέπεται σε καλπασμό και ο καλπασμός μεγαλώνει με τη σειρά του, ώσπου να γίνει ένα αχαλίνωτο τρέξιμο, ένα πραγματικό βιομηχανικό, εμπορικό, πιστωτικό και κερδοσκοπικό steeple-chase,8 για να καταλήξει και πάλι με ένα από τα πιο επικίνδυνα άλματα.... στο χαντάκι του κραχ. Και ξανά τα ίδια από την αρχή. Να τί ζησαμε από το 1825 όχι λιγότερες από πέντε φορές και το ξαναζούμε κι αυτή τη στιγμή (1877) για έκτη φορά. Και ο χαρακτήρας των κρίσεων αυτών εκδηλώνεται τόσο καθαρά, που ο Φουριέ έφτασε να τις χαρακτηρίσει όλες τους ονομάζοντας την πρώτη απ'αυτές: crise pl thorique (κρίση υπεραφθονίας).
Στις κρίσεις βλέπουμε να ξεσπά βίαια η αντίφαση ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων προσωρινά αναστέλλεται. Το μέσο κυκλοφορίας, το χρήμα, γίνεται εμπόδιο στην κυκλοφορία. Όλοι οι νόμοι της εμπορευματικής παραγωγής και κυκλοφορίας αναποδογυρίζονται. Η οικονομική σύγκρουση φτάνει στο απώγειό της: ο τρόπος παραγωγής ξεσηκώνεται ενάντια στον τρόπο ανταλλαγής.
Το γεγονός ότι η κοινωνική οργάνωση της παραγωγής στο εσωτερικό του εργοστασίου αναπτύχθηκε, ώσπου να γίνει ασυμβίβαστη με την αναρχία της παραγωγής που υπάρχει στην κοινωνία, πλάι και πάνω απ' αυτήν, το γεγονός αυτό γίνεται χειροπιαστό και στους ίδιους τους καπιταλιστές από τη βίαιη συγκέντρωση του κεφαλαίου που συντελείται όσο διαρκούν οι κρίσεις, με την καταστροφή πολλών από τους μεγάλους και ακόμα περισσότερων από τους μικρούς καπιταλιστές. Ολόκληρος ο μηχανισμός του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αρνείται να κινηθεί, γιατί τον πιέζουν οι παραγωγικές δυνάμεις που δημιούργησε ο ίδιος. Δεν μπορεί πια να μετατρέψει σε κεφάλαιο όλη αυτή τη μάζα από μέσα παραγωγής. Μένουν αχρησιμοποίητα και γι' αυτό ακριβώς είναι υποχρεωμένος να μένει αχρησιμοποίητος και ο εφεδρικός βιομηχανικός στρατός. Μέσα παραγωγής, μέσα συντήρησης, διαθέσιμοι εργάτες, όλα τα στοιχεία της παραγωγής και του γενικού πλούτου πλεονάζουν. Όμως «η άφθονία γίνεται η πηγή της δυστυχίας και της στέρησης» (Φουριέ), καθότι αυτή ακριβώς η αφθονία εμποδίζει τη μετατροπή των μέσων παραγωγής και συντήρησης σε κεφάλαιο. Γιατί στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία, τα μέσα παραγωγής δεν μπορούν να μπουν σε κίνηση, αν προηγουμένως δεν μετατραπούν σε κεφάλαιο, σε μέσα για την εκμετάλλευση της ανθρώπινης εργατικής δύναμης. Η ανάγκη να πάρουν τα μέσα παραγωγής και συντήρησης την ιδιότητα του κεφαλαίου ορθώνεται σαν φάντασμα ανάμεσα σ' αυτά και τους εργάτες. Αυτή η ανάγκη από μόνη της εμποδίζει να ενωθούν οι υλικοί και προσωπικοί μοχλοί της παραγωγής. Αυτή μονάχα απαγορεύει στα παραγωγικά μέσα να μπουν σε κίνηση και στους εργάτες να εργαστούν και να ζήσουν. Έτσι, λοιπόν, από τη μια ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής στέκεται καταδικασμένος από την αδυναμία του να εξακολουθήσει να διευθύνει τις παραγωγικές δυνάμεις. Από την άλλη, αυτές οι ίδιες οι παραγωγικές δυνάμεις πιέζουν με αυξανόμενη δύναμη να λυθεί η αντίφαση, να απολυτρωθούν οι παραγωγικές δυνάμεις από την ιδιότητα του κεφαλαίου, ώστε να μπορέσει να αναγνωριστεί πραγματικά και ο χαρακτήρας τους σαν κοινωνικές παραγωγικές δυνάμεις.
[…]
Αν η πολιτική και πνευματική χρεωκοπία της αστικής τάξης δεν είναι πια μυστικό ούτε σ' αυτή την ίδια, η οικονομική της χρεωκοπία επαναλαμβάνεται κανονικά κάθε δέκα χρόνια. Σε κάθε κρίση η κοινωνία πνίγεται κάτω από το βάρος των δικών της παραγωγικών δυνάμεων και των δικών της προϊόντων, που δεν μπορεί να τα χρησιμοποιήσει, και σκοντάφτει ανίσχυρη πάνω στην εξής παράλογη αντίφαση: οι παραγωγοί δεν έχουν τίποτα να καταναλώσουν, γιατί λείπουν οι καταναλωτές. Η επεκτατική δύναμη που κλείνουν μέσα τους τα παραγωγικά μέσα σπάει τις αλυσίδες που τα φόρτωσε ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Η απελευθέρωσή τους από τις αλυσίδες αυτές είναι ο μοναδικός όρος για να αναπτύσσονται αδιάκοπα οι παραγωγικές δυνάμεις και να προοδεύουν με ένα ρυθμό που θα γίνεται όλο και πιο γρήγορος και, κατά συνέπεια, για μια απεριόριστη πρακτικά αύξηση της ίδιας της παραγωγής. Κι αυτό δεν είναι όλο. Η κοινωνική ιδιοποίηση των παραγωγικών μέσων παραμερίζει όχι μόνο τα τωρινά εμπόδια της παραγωγής, μα και την πραγματική σπατάλη και καταστροφή στις παραγωγικές δυνάμεις και τα προϊόντα, η οποία είναι σήμερα αναπόφευκτος συνοδός της παραγωγής και φτάνει στο ανώτατο σημείο της όσο διαρκούν οι κρίσεις. Εκτός απ’ αυτό, απελευθερώνει ποσότητα από παραγωγικά μέσα και προϊόντα για χρήση του συνόλου, γιατί εξαλείφει την ηλίθια σπατάλη σε είδη πολυτελείας, στην οποία επιδίδονται σήμερα οι κυρίαρχες τάξεις και οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι. Η δυνατότητα να εξασφαλιστεί, με την κοινωνική παραγωγή, σε όλα τα μέλη της κοινωνίας μια ύπαρξη, όχι μόνο εντελώς επαρκής από υλική άποψη, η οποία θα γίνεται πιο πλούσια μέρα με την ημέρα, μα που θα τους εγγυάται και την πιο ελεύθερη ανάπτυξη και ολοκληρωτική εξάσκηση στις φυσικές και πνευματικές ικανότητές τους, η δυνατότητα αυτή είναι σήμερα υπαρκτή- για πρώτη φορά, αλλά είναι υπαρκτή.11
Με την κατοχή των μέσων παραγωγής από την κοινωνία, εξαφανίζεται η εμπορευματική παραγωγή και, κατά συνέπεια, η κυριαρχία του προϊόντος πάνω στον παραγωγό. Την αναρχία στο εσωτερικό της κοινωνικής παραγωγής την αντικαθιστά η συνειδητή, σχεδιασμένη οργάνωση. Η πάλη για την ατομική επιβίωση παύει. Έτσι, για πρώτη φορά αποχωρίζεται ό άνθρωπος, από μια κάποια ορισμένη έννοια, οριστικά από το ζωικό βασίλειο και περνάει από τις ζωώδεις συνθήκες ύπαρξης σε συνθήκες πραγματικά ανθρώπινες. Ο κύκλος που εξουσίαζε τις συνθήκες ζωής της ανθρωπότητας ως τώρα περνάει στην εξουσία και τον έλεγχο των ανθρώπων, που για πρώτη φορά γίνονται οι πραγματικοί και συνειδητοί κύριοι της φύσης, γιατί, και στο βαθμό που, είναι κύριοι της ίδιας τους της κοινωνικής οργάνωσης. Οι νόμοι της δικής τους κοινωνικής δράσης, που ως τώρα ορθώνονταν μπροστά τους σαν φυσικοί νόμοι, ξένοι και κυρίαρχοι, χρησιμοποιούνται από τώρα και στο εξής από τους ανθρώπους με ολοκληρωτική επίγνωση των αιτίων και γι' αυτό υποτάσσονται σ' αυτούς. Η ίδια η κοινωνική οργάνωση των ανθρώπων, που ως τώρα στεκόταν μπροστά τους σαν να είχε επιβληθεί αυθαίρετα από τη φύση και την ιστορία, γίνεται τώρα δική τους πράξη ελεύθερη. Οι ξένες, οι αντικειμενικές δυνάμεις, που ως τώρα εξουσίαζαν την ιστορία, περνούν πλέον κάτω από τον έλεγχο των ίδιων των ανθρώπων. Μόνο από τη στιγμή αυτή, οι άνθρωποι θα δημιουργήσουν συνειδητά οι ίδιοι την ιστορία τους, μόνο από τη στιγμή αυτή οι κοινωνικές αιτίες που έβαλαν οι ίδιοι σε κίνηση θα έχουν, πριν απ' όλα, και σε όλο και αυξανόμενο βαθμό τα αποτελέσματα που θέλουν οι ίδιοι. Είναι το πέρασμα της ανθρωπότητας από το βασίλειο της αναγκαιότητας στο βασίλειο της ελευθερίας.»

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Να διαβάσουμε τον Αλτουσέρ! (Για το Μαρξισμό)

Να διαβάσουμε τον Αλτουσέρ…

Μέρος 1ο
Το κείμενο αυτό φιλοδοξεί να πραγματοποιήσει μία σύντομη, απλή και ακριβή στο μέτρο του δυνατού, περιήγηση στις σπουδαιότερες πτυχές του έργου αυτού του σπουδαίου μαρξιστή φιλοσόφου που ονομάζεται Λουί Αλτουσέρ. Αναμφισβήτητα, η θεωρητική του προβληματική ήταν εξαιρετικά πρωτοποριακή και η πλέον καθοριστική για την ανανέωση και την παραγωγική ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, πάντα συγκρουόμενη σκληρά με τα άλλα ρεύματα του μαρξισμού. Εδώ λοιπόν ισχυριζόμαστε ότι ο Αλτουσέρ συνιστά μεταπολεμικά, το σημαντικότερο μαρξιστή στοχαστή.
Την παραπάνω θέση θα επιχειρήσουμε να στηρίξουμε στο χώρο αυτό, καταγράφοντας τις πιο θεμελιώδεις αλτουσεριανές συντεταγμένες και τους βασικούς κόμβους της σκέψης του, αναδεικνύοντας έτσι την βαρυσήμαντη συνεισφορά του θεωρητικού του ρεύματος στο μαρξισμό.

Βιογραφική παρέκβαση
Ο Λουί Αλτουσέρ γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1918 στο Birmandreis της Αλγερίας. Το 1939 πετυχαίνει στο διαγωνισμό εισαγωγής στην Ecole Normale Superieure (ENS), όμως το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς συλλαμβάνεται από επέλαση γερμανικών στρατευμάτων και θα παραμείνει πέντε χρόνια σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Γερμανία.
Το 1950 ο Αλτουσέρ γίνεται μέλος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΓ), ένα από τα μαζικότερα ΚΚ της Ευρώπης την εποχή εκείνη. Έχοντας ήδη αποποιηθεί της έντονης καθολικής διαπαιδαγώγησης που είχε ως νεαρός (πριν τον πόλεμο ήταν μέλος της Action Catholique), εντάσσεται στo ΚΚΓ, θεωρώντας πως είναι το αποτελεσματικότερο όχημα ανατροπής του γαλλικού καπιταλιστικού κράτους, εξαιτίας της ιστορικής του αναφοράς και της μαζικής κοινωνικής του εκπροσώπησης1.
Ταυτόχρονα όμως, ασκεί ιδιαίτερα σκληρή κριτική στο σοβιετικό μαρξισμό, φορέας του οποίου είναι και το εν λόγω κόμμα, και αναπτύσσει μία στρατηγική ανατροπής της προβληματικής θεωρίας στους κόλπους του κόμματος, μια που αντιλαμβάνεται πως η θεωρία του πολιτικού επαναστατικού υποκειμένου είναι ο αδύναμος κρίκος ολόκληρης της πολιτικής του δράσης και παρέμβασης, (ευθυγραμμιζόμενος με τη χαρακτηριστική λενινιστική ρήση «χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατική δράση») Διαμορφώνει μία ολόκληρη ομάδα διανοουμένων και θεωρητικών μελών του ΚΚΓ, που προσανατολίζεται στην ανασυγκρότηση του μαρξισμού σε μια σειρά από επιστημονικά πεδία (ο Ετιέν Μπαλιμπάρ στη φιλοσοφία, ο Πιερ Μασρέ στη θεωρία της λογοτεχνίας, ο Νίκος Πουλαντζάς στο πεδίο κράτος-πολιτική, ο Τορ στην ψυχανάλυση, ο Σαρλ Μπετελέμ στην οικονομία, οι Μποντλό και Εσταμπλέ στην εκπαίδευση, ο Λινάρ για ζητήματα εργατικού κινήματος)2. «Δομικός (ή στρουκτουραλιστικός) μαρξισμός» αποκαλούνται κωδικοποιημένα οι θεωρητικές αρχές εργασίας του Αλτουσέρ και της ομάδας του, μία διακριτή και μοναδική τάση μέσα σε όλο το πλέγμα του δυτικού μαρξισμού3.
Ο Αλτουσέρ στα τελευταία χρόνια της ζωής του πάσχει από μανιοκατάθλιψη και το 1980, ύστερα από μία μικρή περίοδο εισαγωγής του σε νοσοκομείο, θα στραγγαλίσει την επί 34 χρόνια σύντροφό του Ελέν Ριτμάν μέσα στο σπίτι τους, χωρίς να έχει ουσιαστικά συναίσθηση των πράξεών του. Επί μία δεκαετία παθαίνει διαρκώς κρίσεις κατάθλιψης, όταν τελικά στις 16 Οκτώβρη του 1990 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή4. Είναι η χρονιά που λαμβάνει οριστικά τέλος η θεωρητική διαδρομή ενός πολύ μεγάλου αριστερού διανοουμένου.
Στη συνέχεια, προσπαθούμε να σταχυολογήσουμε – χωρίς ιεράρχηση σπουδαιότητας – τις σημαντικότερες όψεις του αλτουσεριανού θεωρητικού οικοδομήματος.

Η προτεραιότητα της δομής
Αποτελεί την καταστατική θέση του θεωρητικού συστήματος του Λουί Αλτουσέρ, του δομικού μαρξισμού. Πρόκειται για τη θέση ότι μία δομή έχει πάντα την προτεραιότητα πάνω στα άτομα τα οποία εντάσσονται σε αυτήν. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένας καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός ή διαφορετικά μία ταξική, δηλαδή εκμεταλλευτική κοινωνική δομή, συγκροτεί και καθορίζει αποφασιστικά τα άτομα που ανήκουν σε αυτήν. Θα μπορούσαμε να πούμε με κάπως φιλοσοφικούς όρους πως τα υποκείμενα δεν προϋπάρχουν μιας κοινωνικής δομής. Αντιθέτως, συνιστούν οργανικά τμήματα και λειτουργικά μέρη ενός καλά ρυθμισμένου συστήματος, η ένταξη στο οποίο επιτελεί μακροσκοπικά κάποια διακριτό ρόλο στην αναπαραγωγή της φύσης του. Για παράδειγμα, στον καπιταλισμό, θα αναφερόμασταν στην αναπαραγωγή της αστικής ταξικής κυριαρχίας, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (απόσπαση υπεραξίας, δηλαδή) και κατά συνέπεια του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα του συγκεκριμένου κοινωνικού συστήματος.
Με άξονα αναφοράς αυτήν την συντακτική θεωρητική χειρονομία, ο Αλτουσέρ θα συγκρουστεί με τις θεωρίες περί ανθρώπινης ουσίας που πρυτάνευαν μέχρι τότε στη μαρξιστική σκέψη. Στο πεδίο αυτό αναπτύσσει άλλωστε και την κύρια αντιπαράθεσή του με τη φιλοσοφία του Χέγκελ και κατ’ επέκταση του Φόυερμπαχ. Θα διατυπώσει λοιπόν, τη θέση ότι δεν υπάρχει κάποια απόλυτη και καθολική ανθρώπινη ουσία, κάποιο υπερβατολογικό «Όλο» το οποίο ο άνθρωπος ενσαρκώνει ή στοχεύει να ιδιοποιηθεί. Δεν υπάρχει μία διαχρονική και αναλλοίωτη απόλυτη Ιδέα που αποτελεί το Είναι ή την Αλήθεια του ανθρώπου, από την οποία όμως ο ίδιος έχει αλλοτριωθεί, ζώντας σε μία εξουσιαστική κοινωνία. Απορρίπτει έτσι, τη άποψη του νεαρού Μαρξ ότι η πραγματικότητα, ως συνάρθρωση υποκειμένων, είναι η αλλοτριωμένη προβολή-αντικειμενοποίηση της ανθρώπινης ουσίας (άποψη με ξεκάθαρες φιλοσοφικές καταβολές στο Φόυερμπαχ).
Ο Αλτουσέρ θα αντιτάξει απέναντι σε αυτήν την ουσιοκρατική/ ανθρωπολογική προοπτική μία θέση για τον άνθρωπο, που είναι η απόληξη της προαναφερθείσας πρωταρχικότητας της δομής πάνω στα υποκείμενα. Ισχυρίζεται ότι αυτό που αποκαλείται «ανθρώπινη ουσία» δεν είναι άλλα παρά η συμπύκνωση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων που διέπουν τις κοινωνικές συνθήκες ύπαρξής του. Είναι με άλλα λόγια το προϊόν μιας ιστορικής εξέλιξης, ενός ορισμένου τρόπου οργάνωσης της παραγωγής στο πλαίσιο καθορισμένων κοινωνικών (εξουσιαστικών) σχέσεων, το εξειδικευμένο υλικό αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων5.
Αφού προσπαθήσαμε να αναδείξουμε την προτεραιότητα δομής πάνω στο άτομο και τη συνέπειά αυτής για τον ορισμό του ανθρωπίνου Είναι, πρέπει να προβούμε περεταίρω σε μερικές διασαφήσεις στην αλτουσεριανή ιδιαιτερότητα της έννοιας της δομής. Το αστικό κράτος, η πολιτική συμπύκνωση των επί μέρους κοινωνικών, ιδεολογικών, οικονομικών, εκμεταλλευτικών, ταξικών πρακτικών της άρχουσας τάξης εντός των ορίων ενός κοινωνικού σχηματισμού, είναι για τον Αλτουσέρ μία σύνθετη, δομημένη, αρθρωμένη και έκκεντρη «Ολότητα». Πρόκειται για μία δομή, η οποία έχει δεσπόζουσα, με το δεσπόζον στοιχείο να μην είναι μια για πάντα καθορισμένο, προδεδομένο, αλλά μεταβάλλεται ανά περιόδους, ανάλογα με τους συσχετισμούς δυνάμεων και τη φάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι δεσπόζον γιατί αυτό αναδεικνύεται την εκάστοτε συγκυρία ως το πλέον σημαντικό για την αναπαραγωγή της κυριαρχίας της αστικής τάξης (άλλοτε είναι το σχολείο, τα ΜΜΕ, άλλοτε πάλι ο στρατός). Αναφαίνεται ανάγλυφα το γεγονός ότι το κέντρο αυτής της δομής είναι διαρκώς μετατιθέμενο(αν ως κέντρο θεωρηθεί ο κάθε φορά κύριος μηχανισμός του κράτους). Επιπλέον, αυτή η δομή διαθέτει έναν προσδιορισμό, που επικαθορίζει όλα τα υπόλοιπά της στοιχεία, αλλά μόνο σε τελευταία ανάλυση, δηλαδή ως ύστατη και πολλαπλά διαμεσολαβημένη αναγωγιμότητα, και αυτή είναι η οικονομική βάση (παραγωγικές σχέσεις). Τέλος, αναφέρεται σε ένα αρθρωμένο σύνολο, διότι το κάθε του στοιχείο αν και φέρει αυτό τον σε τελευταία ανάλυση προσδιορισμό, έχει μια σχετική αυτονομία από αυτόν6.
Η αλτουσεριανή αυτή τοπολογία της δομής με δεσπόζουσα, μετατιθέμενο κέντρο και με προσδιορισμό σε τελική ανάλυση, έρχεται παράλληλα και ως απάντηση στα οικονομίστικα μαρξιστικά ρεύματα που αντιλαμβανόντουσαν το αστικό κράτος χωρισμένο απλά στη βάση (οικονομία) και το εποικοδόμημα, με το τελευταίο να αποτελεί απλή αντανάκλαση της βάσης, χωρίς καμία αυτονομία. Παρακάτω, πραγματευόμαστε εκτενέστερα τη θεωρητική πάλη που διεξήγαγε ο Αλτουσέρ ενάντια στον οικονομισμό.

Η πρωτοκαθεδρία των σχέσεων παραγωγής
πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις
Στο σημείο αυτό αναφερόμαστε κατά κύριο λόγο στον πρόλογο που έγραψε ο Αλτουσέρ για τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου της Μάρτα Χάρνεκερ «Βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού»7. Διαβάζουμε λοιπόν ότι ο Μαρξ θεμελίωσε την επιστήμη του (τον ιστορικό υλισμό) και τη φιλοσοφία του (διαλεκτικό υλισμό) κεντροθετημένη γύρω από την κατηγορία της πάλης των τάξεων.
Γνωρίζουμε πολύ καλά από τους κλασικούς του μαρξισμού ότι το κεφάλαιο συνιστά μία κοινωνική σχέση. Αυτή η σχέση δεν είναι κάτι άλλο παρά εξουσιαστική και εκμεταλλευτική. Η ειδική σχέση παραγωγής που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό είναι η απόσπαση της υπεραξίας από την εργατική τάξη. Εκεί λοιπόν, στην παραγωγική διαδικασία και στις εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις ανάγεται η ταξική διάρθρωση της αστικής κοινωνίας και η πάλη των τάξεων.
Έχει πολύ μεγάλη σημασία να τονίσουμε εδώ, ότι οι κοινωνικές τάξεις δεν προϋπάρχουν της πάλης των τάξεων, αλλά αντιθέτως η ύπαρξη των τάξεων ταυτίζεται με την ταξική πάλη, τους ασυμφιλίωτους και ανειρήνευτους ταξικούς αγώνες.
Προϋπόθεση της ταξικής εκμετάλλευσης-απόσπασης υπεραξίας, είναι η κατοχή των μέσων παραγωγής από τους κεφαλαιοκράτες, που ουσιαστικά εξωθεί την εργατική τάξη να μην κατέχει τίποτα πέρα από την εργατική της δύναμη, την οποία και πουλά, μια που είναι εμπόρευμα. Αυτός είναι επομένως ο πυρήνας των αστικών σχέσεων παραγωγής.
Εξαντλούμε την έννοια των παραγωγικών σχέσεων γιατί θεωρούμε πως είναι το «κλειδί» για την εις βάθος θεωρητική αποδόμηση του οικονομισμού (κυρίαρχο χαρακτηριστικό του μαζικότερου θεωρητικού μαρξιστικού ρεύματος, του σοβιετικού μαρξισμού). Και αυτή χρεώνεται κατά την άποψή μας, σχεδόν αποκλειστικά στον Αλτουσέρ. Η καθοριστική συνεισφορά του στον τομέα αυτόν έγκειται στο ότι έδειξε πως στην ενότητα των παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, η αδιαφιλονίκητη πρωτοκαθεδρία ανήκει στις παραγωγικές σχέσεις.
Ας παρακολουθήσουμε όμως, μέσα από το άρθρο του ιδίου, τη σκέψη του:
«Οι παραγωγικές δυνάμεις μπήκαν σε κίνηση μέσα στη διαδικασία εργασίας, κάτω από την κυριαρχία των σχέσεων παραγωγής, που καθορίζονται σα σχέσεις εκμετάλλευσης. Το ότι υπάρχουν εργάτες, σημαίνει πως είναι μισθωτοί, επομένως εκμεταλλευόμενοι».
Και παρακάτω:
«Οι βάσεις και οι διαδοχικές μορφές στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας…δεν ήταν άλλο από τις βάσεις και τις διαδοχικές μορφές της υλικής και ιστορικής ύπαρξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αυτό που συμβαίνει πραγματικά είναι η τάση ενοποίησης, των υλικών μορφών ύπαρξης παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, υπό την κυριαρχία των σχέσεων παραγωγής».
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής υπαγορεύουν τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου (τη συσσώρευση κεφαλαίου), σα χιονοστιβάδα ολοένα μεγαλύτερης απόσπασης υπεραξίας, αφού, όπως έδειξε ο Μαρξ, το μέσο ποσοστού κέρδους έχει την τάση σε βάθος χρόνου να σημειώνει σταδιακή πτώση, κάτω από την επίδραση και της πάλης των τάξεων (οι εργατικοί αγώνες για υψηλότερους μισθούς, για μείωση του εργάσιμου χρόνου της μέρας, κλπ).
Συνοψίζοντας, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι παραγωγικές δυνάμεις είναι το υλικό αποκρυστάλλωμα των δεδομένων παραγωγικών σχέσεων. Είναι διαφορετικά, το μέσο με το οποίο υλοποιείται η απόσπαση υπεραξίας, ο μοχλός άσκησης της εκμετάλλευσης και της υπαγωγής της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο.
Αυτή είναι κατά τη γνώμη μας και η πιο αποτελεσματική κριτική του οικονομισμού του σοβιετικού μαρξισμού, που θεωρούσε ότι οι παραγωγικές δυνάμεις κατέχουν τα πρωτεία έναντι των σχέσεων παραγωγής και τα τεχνολογικά επιτεύγματα και άρα η βελτίωση των παραγωγικών μέσων ακολουθούν μία ευθύγραμμη και ανεξάρτητη από τις κοινωνικές συνθήκες ανάπτυξη. Μάλιστα, αυτή θα έρθει κάποια στιγμή σε τέτοια σφοδρή αντίθεση με τις υφιστάμενες σχέσεις παραγωγής, οπότε πλέον θα είναι αναπόφευκτο το πέρασμα σε «σοσιαλιστικές» (συλλογικές) παραγωγικές σχέσεις. Αυτό το αμάλγαμα οικονομισμού και παραγωγισμού, ονομάστηκε από το Στάλιν ως ο «νόμος της αναγκαίας αντιστοιχίας».
Ένα ιστορικό παράδειγμα ίσως διαφωτίσει τον θέση του Αλτουσέρ. Ο ταιηλορισμός (ως ιστορική μορφή οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας) και ο φορντισμός (η εισαγωγή της αλυσίδας παραγωγής στο εργοστάσιο) είναι η ιστορική απάντηση της αστικής τάξης στην άνοδο των εργατικών διεκδικήσεων των αρχών του 20ου αιώνα, στο λυκόφως του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας. Η μαζική εφαρμογή του συγκεκριμένου παραγωγικού μέσου, δεν υπαγορευόταν από κάποιον άλλο λόγο, πέρα από την αναγκαιότητα για αντιστάθμιση της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους, δηλαδή την αναπαραγωγή των εκμεταλλευτικών παραγωγικών σχέσεων. Αν δεν ήταν η παραγωγική σχέση (η ταξική πάλη εντέλει) πώς μπορεί να εγγυηθεί κανείς ότι η τεχνολογία, η επιστήμη και τα μέσα παραγωγής θα είχαν γνωρίσει αυτήν την τροχιά ανάπτυξης;

Θεωρητικός Αντιανθρωπισμός
Στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Αλτουσέρ, «Για τον Μαρξ», διαβάζουμε:
«Ολόκληρη η μαρξιστική παράδοση όμως απέφυγε να χαρακτηρίσει το μαρξισμό σαν ανθρωπισμό. Γιατί; Επειδή πρακτικά, δηλαδή στα γεγονότα, τη λέξη ανθρωπισμός την εκμεταλλεύεται η αστική ιδεολογία, και τη χρησιμοποιεί για να καταπολεμήσει, δηλαδή να σκοτώσει, μιαν άλλη, αληθινή και για το προλεταριάτο ζωτική λέξη: την ταξική πάλη.»
Ο όρος «θεωρητικός αντιανθρωπισμός» ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και προκάλεσε τη μήνη και τις λυσσαλέες επιθέσεις κυρίως των μαρξιστών φιλοσόφων (όπως του Βρετανού μαρξιστή Τζων Λιούις).
Ας ξεκαθαρίσουμε τι πραγματικά επιθυμεί να πετύχει ο Αλτουσέρ με τη χρήση αυτού του όρου, μια που πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως κομβικό σημείο στον αλτουσεριανό στοχασμό.
Πρώτον, η Μάρτα Χάρνεκερ θεωρεί ότι ασκεί κριτική στην ανθρωπιστική ιδεολογία – που είναι η ιδεολογία της αστικής τάξης, έτσι όπως συστηματοποιήθηκε την εποχή του Διαφωτισμού – διότι πρόκειται ακριβώς περισσότερο για προσφυγή στην ιδεολογία, παρά τη θεωρία8.
Δεύτερον, με τη χρήση του όρου αυτού απαντά στην απόκρυψη της ταξικής πάλης ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, με στόχο τα κομμουνιστικά κόμματα ποτέ να μην τη διαγράφουν από τη σημαία τους.
Τρίτον, τον βοηθά να αναδείξει πως ανθρωπιστικές κατηγορίες (ως συζυγίες της αστικής ιδεολογίας), εκτόπισαν σταδιακά από τα ΚΚ και κυρίως από το ΚΚΣΕ τα κατεξοχήν μαρξιστικά θεωρητικά εργαλεία, με πρώτο και καλύτερο την ταξική πάλη! Είναι εκπληκτικό μάλιστα το γεγονός ότι δεσπόζουν εκεί που αυτή απουσιάζει εκκωφαντικά. Ας θυμηθούμε το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1936, που διακηρύσσει το τέλος της πάλης των τάξεων, που αναγνωρίζει την ΕΣΣΔ ως «κράτος όλου του λαού», αλλά και το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, την περίοδο της αποσταλινοποίησης, που επινοεί τον όρο «προσωπολατρία», για να μη βγάλει κουβέντα για την ταξική φύση της μέχρι τότε κοινωνίας.
Αντιλήφθηκε με φοβερή οξυδέρκεια τις πολιτικές συνέπειες της χρήσης του όρου «ανθρωπισμός»: Λειτουργούσε για τα ΚΚ απολογητικά προς μία διαρκή ρεβιζιονιστική στροφή τους και πως για το προλεταριάτο δεν είχε καμία θεωρητική αξία, στο δρόμο του επαναστατικού κοινωνικού μετασχηματισμού.
Η ηγεμονία της αστικής/ κυρίαρχης ιδεολογίας αποτυπώνεται και στην ικανότητά της να διεισδύει σε διακριτά και αντιτιθέμενα σε αυτήν ιδεολογικά υποσύνολα (κομμουνιστική ιδεολογία). Επιμένουμε γιατί ο ανθρωπισμός δεν είναι ένας όρος καθόλου αθώος. Εκφράζει κατά κύριο λόγο μια κάποια φιλανθρωπική πρακτική ή ενός είδους αλληλεγγύη, που στα σίγουρα είναι πολιτικά ακίνδυνη και δε διεκδικεί να διασαλεύσει σε κανένα επίπεδο την αστική ταξική κυριαρχία. Από την άλλη πλευρά, μόνο η όξυνση της ταξικής πάλης απειλεί και τρομάζει την άρχουσα τάξη!
Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι δεν είναι ότι ο Αλτουσέρ εχθρεύεται τον άνθρωπο. Αντιθέτως, προσπαθεί να εξασφαλίσει κάποιες μίνιμουμ αλλά πολύ σημαντικές θεωρητικές προϋποθέσεις επίτευξης του μοναδικού στόχου της στράτευσής του στην Αριστερά: τον τερματισμό της εκμετάλλευσης του ανθρώπου, την κοινωνική του χειραφέτηση, η οποία πραγματοποιείται μόνο στον κομμουνισμό. Ο «θεωρητικός αντιανθρωπισμός» είναι ένα εγχείρημα πρακτικά για όλη την «ανθρωπότητα». Ας αναλογιστούμε όλον τον 20ο αιώνα, πόσοι εκατοντάδες χιλιάδες κομμουνιστές – προσηλωμένοι στην αρχή της πάλης των τάξεων και την επανάσταση και που πέρασαν μια ολόκληρη ζωή με το όπλο στο χέρι – φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν ή στάλθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, διατηρώντας πάντα μία ατσαλένια πειθαρχία, ένα γιακωβίνικο ρομαντισμό και μία απαράμιλλη συντροφικότητα. Αυτοί δεν ήταν στην πράξη «ανθρωπιστές»;

Διαδικασία χωρίς υποκείμενο και χωρίς τέλος
«Η ιστορία είναι μία διαδικασία χωρίς υποκείμενο και χωρίς τέλος». Η φράση αυτή είναι η επιστημονική και φιλοσοφική προέκταση της προηγούμενης θέσης. Συνδέει επί της ουσίας το θεωρητικό αντιανθρωπισμό με τον άνθρωπο ως φορέα κοινωνικών σχέσεων.
Στην απάντηση του Αλτουσέρ στον Τζων Λιούις9, η φιλοσοφική τοποθέτησή του είναι ότι η ιστορία δεν έχει υποκείμενο. Ο άνθρωπος δηλαδή δεν είναι το υποκείμενο της ιστορίας ή του κόσμου, όπως το αντιλαμβάνεται η αστική ιδεολογία. Επίσης, έντονα καταπολεμά και μαρξιστικά ρεύματα (χεγελιανής κυρίως καταγωγής, όπως Λούκατς, Κορς, κ.α.), που θεωρούν το προλεταριάτο το υποκείμενο της ιστορικής διαδικασίας (η οντολογία της αλλοτριωμένης Ολότητας της Τάξης-Υποκείμενο).
Παρ’ όλα αυτά, όπως υπογραμμίστηκε και στο κεφάλαιο των ιδεολογικών μηχανισμών, οι άνθρωποι δρουν σαν υποκείμενα. Η ένταξή τους μέσα στις κοινωνικές σχέσεις και δομές τους έχει συγκροτήσει ως τέτοια.
Το μόνο που υπάρχει στην ιστορία είναι η πάλη των τάξεων και οι ταξικές αντιπαραθέσεις. Τα άτομα καταλαμβάνουν τη θέση τους μέσα στις ταξικές πρακτικές μόνο συγκροτούμενα ως υποκείμενα. Παίρνουν δηλαδή τη μορφή του υποκειμένου, με τις νομικο-ιδεολογικές κοινωνικές σχέσεις, να έχουν τον πρώτο λόγο σε αυτήν τη διαδικασία. Το υποκείμενο είναι η μορφολογία των ανθρώπων ως φορέων των κοινωνικών πρακτικών της παραγωγικής και αναπαραγωγικής διαδικασίας του καπιταλισμού.
Όμως, δεν είναι υποκείμενα για την ιστορία. Θα λέγαμε πως είναι για το κράτος, το κατεξοχήν πεδίο διεξαγωγής των ταξικών αγώνων. Ο Αλαίν Μπαντιού που κατάλαβε το νόημα της θέσης του Αλτουσέρ γράφει:
«Η (αστική) ιδεολογία χαρακτηρίζεται από την ιδέα του υποκειμένου, που η μήτρα της είναι δικαιική και υποτάσσει το άτομο στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους: πρόκειται για το θέμα της «έγκλεισης» σε υποκείμενο»10.
Επιπλέον, ο άνθρωπος ως Υποκείμενο της Ιστορίας, μας δίνει την ψευδαίσθηση μιας ανθρώπινης ελευθερίας επιλογών και μιας ανεξαρτησίας του ατόμου από τις κοινωνικές συνθήκες ύπαρξής του, ενώ παράλληλα αποσιωπά τη λειτουργία του σε σχέση με την κοινωνική δομή που εντάσσεται. Αυτή άλλωστε είναι μία από τις βασικές αναγωγές της αστικής ιδεολογίας.
Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι φιλοσοφικές προεκτάσεις αυτής της θέσης. Το ότι ο άνθρωπος είναι το ιστορικό Υποκείμενο, συνεπάγεται πως είναι το Κέντρο του κόσμου, η ριζική Αρχή της Ιστορίας και η μοναδική της Αιτία. Η απάντηση του Αλτουσέρ στον απόλυτο αυτό ιδεαλισμό είναι ότι η ιστορία δεν διαθέτει «Τέλος», με την έννοια ότι ο άνθρωπος δε συνιστά καμία Αρχή και κανένα Τέλος της Ιστορίας, είναι απλά φορέας κοινωνικών συνθηκών.Αν τώρα, η Ιστορία δε διαθέτει Υποκείμενο δε διαθέτει και Αντικείμενο. Αν στην ιστορική εξέλιξη δεν υπάρχει κάτι που να υπο-κειται δεν υπάρχει και κάτι που να αντί-κειται. Και πάλι εδώ με τα λόγια του Μπαντιού:
«Πάλη των τάξεων […] Η λέξη «πάλη» δηλώνει ότι δεν υπάρχει πολιτικό αντικείμενο (ένας αγώνας δεν είναι αντικείμενο), ενώ η λέξη τάξη δηλώνει, πως ούτε υποκείμενο υπάρχει (αφού ο Αλτουσέρ στο πεδίο της ιστορίας, αντιτίθεται σε κάθε ιδέα του προλεταριάτου ως υποκειμένου)».11
Αυτό και αν είναι ένα πολύ σπουδαίο συμπέρασμα! Η ιστορική εξέλιξη καθορίζεται μόνο από την έκβαση της ταξικής αναμέτρησης και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιο μονοπάτι θα ακολουθήσει. Το αν θα οικοδομηθεί ποτέ ο κομμουνισμός αυτό θα το κρίνει μόνο η ταξική πάλη και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα. Δεν υπάρχει ιστορική αναγκαιότητα, υπάρχει μόνο η πάλη των τάξεων!
Συνοψίζοντας, άποψή μας είναι ότι η προτεραιότητα της δομής, ο θεωρητικός αντιανθρωπισμός και η ιστορία ως διαδικασία δίχως υποκείμενο και τέλος, αποκαθιστούν πλήρως την θεωρητική εγκυρότητα της πάλης των τάξεων, ως εργαλείο πολιτικής ανάλυσης και χάραξης επαναστατικής στρατηγικής!

«Ο Υλισμός της συνάντησης»
Είναι μία άποψη12 που διατύπωσε ο Αλτουσέρ στα μέσα του 1980 περισσότερο με τη μορφή ερωτήματος και η οποία επιχειρεί να επεκτείνει και να εμπλουτίσει κάποιους υπαινιγμούς που αφήνει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο.
Πρόκειται για τις συνθήκες συγκρότησης και σχηματισμού μιας δομής. Οι προβληματισμοί του αρθρώνονται γύρω από τις απαρχές της διαμόρφωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και προεκτείνεται σε ένα στοχασμό του τυχαίου ως παράγοντα καθορισμού της ιστορικής εξέλιξης.
Ο όρος «συνάντηση» προκύπτει από τις αναφορές του παράγοντα τύχη από το Μαρξ στο Κεφάλαιο, αναφορικά με τη μετάβαση από το φεουδαρχικό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Προήλθε από τη συνάντηση-έναν ιδιαίτερο συνδυασμό κάποιων διακριτών στοιχείων/ διαδικασιών (όπως η χρηματική συσσώρευση, η συσσώρευση τεχνικών μέσων και η συσσώρευση προλεταρίων που δεν κατέχουν τίποτα). Τι μας λέει ο Αλτουσέρ γι’ αυτό;
«Το όλο που προκύπτει από την «εμπέδωση» της «συνάντησης» δεν είναι προγενέστερο, αλλά μεταγενέστερο της «εμπέδωσης» των στοιχείων, και συνεπώς θα μπορούσε να μην «πιάσει» και, πολύ περισσότερο, «η συνάντηση θα μπορούσε να μη λάβει χώρα» […] Μπορούμε […] να υποθέσουμε ότι η συνάντηση έλαβε χώρα στην ιστορία πολλές φορές πριν πιάσει στη Δύση, αλλά δεν «έπιασε» τότε ελλείψει ενός στοιχείου ή της διάταξης των στοιχείων».
Και συνεχίζει λίγο πιο κάτω:
«Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σε αυτήν την […] αντίληψη, πέραν της ρητής θεωρίας της συνάντησης, είναι η ιδέα ότι κάθε τρόπος παραγωγής συγκροτείται από ανεξάρτητα μεταξύ τους στοιχεία, όπου το καθένα είναι το αποτέλεσμα μιας προσίδιας ιστορίας, δίχως να υπάρχει καμία οργανική ή τελεολογική σχέση ανάμεσα στις διάφορες αυτές ιστορίες. Η αντίληψη αυτή κορυφώνεται στη θεωρία της πρωταρχικής συσσώρευσης».
Με την εργασία πάνω στο αστάθμητο στοιχείο της «συνάντησης», ο Αλτουσέρ θέλει να ξεκαθαρίσει με οποιαδήποτε υπόνοια τελεολογίας στη μαρξιστική θεωρία. Επισφραγίζει θα μπορούσαμε να πούμε τη θέση για την ιστορία χωρίς υποκείμενο και τέλος. Χρειάζεται μάλλον κάποια τυχαία σύμπτωση διακριτών στοιχείων, που δεν μπορεί να προβλεφθεί ούτε και ακολουθεί κάποια ντετερμινιστική ή αναπόφευκτη διαδικασία και που είναι απαραίτητη για να εδραιώσει και να εμπεδώσει μία δομή (η οποία κατόπιν θα προσδώσει τη «λογική» της στα λειτουργικά της μέρη).
Τίποτα δεν είναι σίγουρο, όλα μένουν να κριθούν! Από την έκβαση της ταξικής πάλης και την τυχαία συνεύρεση των αναγκαίων παραγόντων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μοιρολατρικά, κάθε φορά που αποτυγχάνει μία επαναστατική προσπάθεια, δεν έχει «ευλογηθεί» από την τύχη ή αυτό που ο Αλτουσέρ κατονομάζει «συνάντηση». Και αντιστρόφως: Δεν είναι κάθε στιγμή για την εργατική τάξη, η χρυσή ευκαιρία να πραγματοποιήσει την έφοδο στον ουρανό και αυτό ίσως κάτι λέει από μόνο του…
Δήμος Ε
Το δεύτερο μέρος του «Να διαβάσουμε τον Αλτουσέρ…»


Κριτική στο Σοβιετικό Μαρξισμό
Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, η θεωρητική παρέμβαση του Αλτουσέρ ήταν εξαιρετικά καθοριστική για την αποδόμηση του σοβιετικού μαρξισμού, της θεωρίας που κυριάρχησε στα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών του πρώην υπαρκτού σοσιαλισμού (αλλά και της Δύσης) και που καθοδήγησαν με αυταρχισμό τις κοινωνίες τους σε μία τροχιά κρατικού καπιταλισμού. Στο χωρίο αυτό, θα παρουσιάσουμε τις βασικές αρχές του Αλτουσέρ αναφορικά με την επιστήμη του μαρξισμού (ιστορικού υλισμού) και την ανάδειξη και την κριτική των προβληματικών πυλώνων της θεωρίας του σοβιετικού μαρξισμού.
Κατ’ αρχήν, αφετηρία της σκέψης του αποτέλεσε το γεγονός ότι ο μαρξισμός, ως αυτοτελές επιστημονικό πεδίο (η επιστήμη της ιστορίας), δεν αποτελεί ένα μονολιθικό θεωρητικό σύστημα, χωρίς αντιθέσεις στο εσωτερικό του. Αντιθέτως, βρίθει αντιφάσεων και αναπτύσσεται μόνο χάρη στη σύγκρουση αντιπαρατιθέμενων τάσεων που ενυπάρχουν στους κόλπους του. Η ύπαρξη λοιπόν του μαρξισμού κατά τον Αλτουσέρ, είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη αντιτιθέμενων θεωρητικών ρευμάτων και σχολών εντός του.
Σύμφωνα με το Γιάννη Μηλιό1, ο Αλτουσέρ υποστήριζε πως η συγκρουσιακότητα της μαρξιστικής θεωρίας είναι προϋπόθεση και τεκμήριο της επιστημονικότητας και αντικειμενικότητάς της. Μάλιστα, έδειξε ότι ο μαρξισμός αναπαράγει στο εσωτερικό του τις αντιφάσεις που διαπερνούν τον καπιταλισμό. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά:
«Η εξέλιξη του μαρξισμού επικαθορίζεται πάντα από την εξέλιξη και τις καμπές της πάλης των τάξεων, και πιο συγκεκριμένα από τα αποτελέσματα της πάλης των τάξεων στο επίπεδο της ιδεολογίας».2
Χαρακτηριστική απόληξη αυτής της τοποθέτησης του Αλτουσέρ της εσωτερικής συγκρουσιακής φύσης του μαρξισμού ως εννοιακό χώρο, είναι η περιχαρής και εμφατική αναγγελία της κρίσης του στα τέλη του ’703. Με τον όρο «κρίση του μαρξισμού» εννοούσε τη συρρίκνωση της δυνατότητάς του να αναπαράγεται ως ιδεολογία των μαζών, την αδυναμία συγχώνευσής του με το εργατικό κίνημα και τη στασιμότητά του όσον αφορά το θεωρητικό του προχώρημα. Ωστόσο, από την άλλη πλευρά, έχει την πεποίθηση πως αυτή η κρίση (κυρίως έχει στο νου του τη μαζικότερη ιστορικά εκδοχή μαρξισμού, το σοβιετικό μαρξισμό) αποτελεί την ασφαλιστική δικλείδα-όρο της ανάπτυξης και διεύρυνσης της εμβέλειας της μαρξιστικής θεωρίας.
Αυτά σχετικά με τη θεωρία του ιστορικού υλισμού συνολικά. Αναφορικά με το σοβιετικό μαρξισμό, η καθοριστική κριτική που του άσκησε το ρεύμα του δομικού μαρξισμού, αξονίζεται (και πάλι συμβουλευόμενοι το Μηλιό) στις εξής τρεις κεντρικές ενότητες:
Α. Οικονομισμός. Θεωρεί ότι οι παραγωγικές δυνάμεις έχουν την πρωτοκαθεδρία πάνω στις παραγωγικές σχέσεις – θέση που εκθέσαμε αναλυτικά πιο πάνω – και αντιλαμβάνεται την ιστορική εξέλιξη ως το αποτέλεσμα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Επιπλέον, υποτίθεται ότι η ανάπτυξη αυτή οδηγεί απαρέγκλιτα προς το σοσιαλισμό και οι αστικές σχέσεις παραγωγής αναχαιτίζουν την επιστημονική, τεχνολογική και παραγωγική πρόοδό της κοινωνίας. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο καπιταλισμός είναι υπό κατάρρευση και είναι θέμα χρόνου αγωνιζόμενοι για την οικονομική πρόοδο, να επιταχύνουμε αυτήν την κατάρρευση.4 Για το σοβιετικό μαρξισμό, ειδικά οι χώρες του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, τελούν υπό διαρκή γενική κρίση!
Β. Εξελικτισμός. Μία από τις απόρροιες του οικονομισμού είναι ο εβολουσιονισμός ή αλλιώς η θεωρία των σταδίων. Το στάδιο είναι ακριβώς το επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης του δοσμένου καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και κρίνεται από τη τεχνολογική στάθμη και τις δεδομένες παραγωγικές δυνάμεις (ή με όρους σοβιετικού μαρξισμού, από τη φάση της Επιστημονικο-τεχνολογικής επανάστασης, ΕΤΕ). Αυτή η θεωρία έχει στρεβλώσει και αποπροσανατολίσει την πολιτική καθοδήγηση των ΚΚ και έχει ορθώσει αναχώματα στην επαναστατική διαδικασία πολλών χωρών στον 20ό αιώνα.5 Σε πολλές χώρες στις οποίες ο καπιταλισμός δεν είχε γνωρίσει την ανάπτυξη της Δύσης, τα ΚΚ δεν επεξεργαζόντουσαν κάποια επαναστατική στρατηγική, αλλά προσανατολίζονταν σε μία δημοκρατική-αστική επανάσταση που θα εξαλείψει τα φεουδαρχικά υπολείμματα, απόλυτη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση της προλεταριακής επανάστασης. Το παράδοξο με τη θεωρία αυτή είναι ότι στη Ρωσία – χώρα της οποίας το ΚΚ επεξεργάστηκε και συστηματοποίησε τη θεωρία των σταδίων – η επανάσταση έγινε σε συνθήκες καθόλου ανεπτυγμένου καπιταλισμού.6
Γ. Μηχανιστική-εργαλειακή αντίληψη για το κράτος και την άρχουσα τάξη. Είναι η αντίληψη που θεωρεί ότι το κράτος με τους μηχανισμούς του είναι ένα απλό όργανο-εργαλείο στα χέρια της άρχουσας τάξης, η οποία το μεταχειρίζεται κατά βούληση. Στο πεδίο του κράτους, η εργατική τάξη και τα συμφέροντά της δεν αποκρυσταλλώνονται κατά κανένα τρόπο, αφού αυτό βρίσκεται εξολοκλήρου στα χέρια της αστικής τάξης. Αυτό επιπρόσθετα, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το κράτος είναι ουδέτερο και αρκεί να το κατακτήσει η εργατική τάξη, αποσιωπώντας ωστόσο, το σπουδαιότερο: την αναγκαιότητα μετασχηματισμού και κατάργησής του. Αυτή η τοποθέτηση μπορούμε να πούμε ότι στοιχειοθέτησε μεταπολεμικά, ένα σημαντικό θεωρητικό άλλοθι της απεμπόλησης από τα ΚΚ των χωρών του δυτικού καπιταλισμού της επαναστατικής τους γραμμής, προς όφελος ενός ξεκάθαρου εκλογικού προσανατολισμού (που θα φέρει δια των εκλογών το κράτος στα χέρια του προλεταριάτου).
Η παραπάνω στρεβλή κωδικοποίηση απογειώθηκε τη δεκαετία του ’50 με τη θεωρία του Κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού,7 την οποία το ρεύμα του Αλτουσέρ πολέμησε σθεναρά, με προεξάρχοντα το Νίκο Πουλαντζά. Ο Πουλαντζάς, που εργάστηκε θεωρητικά πάνω στο κράτος, ανέδειξε ότι το κράτος αποτελεί την υλική συμπύκνωση των ταξικών συσχετισμών δυνάμεων. Το κράτος για τον Πουλαντζά – και το δομικό μαρξισμό – είναι το πεδίο διεξαγωγής της πάλης των τάξεων και εκφράζει την αστική ταξική κυριαρχία. Αυτή όμως ανάλογα πάντοτε με το δεδομένο συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων.8 Δεν αποτελεί κατά συνέπεια ένα αρραγές και μονολιθικό οικοδόμημα, αντιθέτως είναι αντιφατικό και ρωγματώδες. Το κράτος δεν είναι ένα απλό εργαλείο στα χέρια της κυρίαρχης κοινωνικής τάξης λοιπόν, αλλά ούτε και κορπορατιστικό, δηλαδή ένα κράτος που αναλαμβάνει τη διαιτησία των ταξικών ανταγωνισμών. Και για να βαθύνουμε την προβληματική του Πουλαντζά, το κράτος, με τις πολλαπλές διαμεσολαβήσεις που εισάγουν οι κρατικές μορφές και οι ιδεολογικοί του μηχανισμοί, αλλά και με κάποιες τακτικές παραχωρήσεις και συμβιβασμούς, επιτυγχάνει δύο πράγματα: Εκφράζει τα πολιτικά συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, αναδεικνύοντας την άρχουσα τάξη ως ενσαρκωτή της γενικής βούλησης και τον αποκλειστικό εκπρόσωπο των συμφερόντων των κυριαρχούμενων τάξεων.9
Παρατηρούμε ύστερα από όλα αυτά, ότι οικονομισμός, ουδετερότητα κράτους, η ανυπαρξία ταξικού προσδιορισμού επιστήμης, τεχνολογίας και μέσων παραγωγής και η θεωρία των σταδίων συμφύρονται αρμονικά σε μία θεωρητική ενότητα, με το ένα παραπέμπει στο άλλο. Θέσεις από τις οποίες πρέπει να ξεκόψουμε μια και καλή.
Στις ρίζες της πιο πάνω ανάλυσης ανάγεται και το ενδιαφέρον του Αλτουσέρ για την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, που ξεκίνησε το 1965. Τη θεωρούσε την πρώτη έμπρακτη κριτική και αμφισβήτηση του σοβιετικού μοντέλου σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Ήταν η κατεύθυνση επαναστατικού μετασχηματισμού της αστικής ιδεολογίας, των εξουσιαστικών παραγωγικών σχέσεων, των αστικών κοινωνικών πρακτικών, της άρσης του διαχωρισμού πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας. Ήταν η ενθάρρυνση της πρωτοβουλίας των μαζών και η προσπάθεια να μπει το Κόμμα στο «σοσιαλιστικό δρόμο» μέσω της αμφισβήτησης της εξουσίας της νεότευκτης κρατικής αστικής τάξης, που αποτέλεσε, στα μάτια του Αλτουσέρ, ίσως το πρώτο μαζικό αντι-οικονομίστικο εγχείρημα στην ιστορική σκηνή ενός «επαναστατικού κράτους». Πολιτιστική Επανάσταση είναι το όνομα μιας επανάστασης στην ιδεολογική σφαίρα του κράτους, που παίζει σημαίνοντα ρόλο στην αναπαραγωγή της αστικής ταξικής κυριαρχίας. Θα ήταν παράλειψη αν δεν σημειωθεί ότι τόσο ο Λένιν στο τέλος της ζωής του, όσο ιδίως ο Γκράμσι (κατά τη διατύπωση του πολέμου θέσεων ως επαναστατική στρατηγική του προλεταριάτου στη Δύση) είχαν διαβλέψει την αναγκαιότητα διεξαγωγής από το προλεταριάτο μιας πολιτιστικής/ ιδεολογικής επανάστασης.10
Υπό το πρίσμα της πρωτοκαθεδρίας των παραγωγικών σχέσεων πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις, άσκησε και ο Σαρλ Μπετελέμ κριτική στη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ από το 1917 ως το 1930.11 Εστιάζει στην ταχεία επανενεργοποίηση, μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση, των αστικών ιδεολογικών πρακτικών και σχέσεων στη σφαίρα του εποικοδομήματος, στην αναπαραγωγή εξουσιαστικών κοινωνικών σχέσεων στο εργοστάσιο, στη βίαιη εκβιομηχάνιση και κολεκτιβοποίηση, που οδήγησε στη διάσπαση της εργατο-αγροτικής συμμαχίας της ΝΕΠ, στην εσωτερική δημοκρατία και λειτουργία του μπολσεβίκικου κόμματος, στην οικονομίστικη θεωρία του, κλπ.
Κλείνοντας αυτήν την ενότητα και στη βάση των προηγούμενων θεωρητικών αρχών, αξίζει να υπογραμμίσουμε ότι ο Αλτουσέρ το 1978 θα κριτικάρει το Γαλλικό ΚΚ, σχετικά με τη οικονομίστικη θεωρία του Κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού, τον εσωτερικό διάλογο στο κόμμα και την άρση της διαλεκτικής σχέσης βάσης και κορυφής, με την κεντρική επιτροπή να κυριαρχεί πάνω στη βάση και συχνά να της επιβάλλεται και να την υποτάσσει στις αποφάσεις της.12 Βέβαια, η εμβέλεια της κριτικής αυτής δεν περιορίζεται στα στενά πλαίσια του Γαλλικού ΚΚ, αλλά αναμφισβήτητα έχει γενική ισχύ…

Η περιοδολόγηση του έργου του Μαρξ
Είναι η απόλυτη επιστημονική-θεωρητική χειρονομία στην ιστορία του ιστορικού υλισμού. Ο Αλτουσέρ, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’60, επιχείρησε να περιοδολογήσει το έργο του Μαρξ. Το κριτήριο αυτής της περιοδολόγησης ήταν το πότε (σε ποιο σημείο του έργου του και έπειτα) ο Μαρξ αρχίζει να συγκροτεί μια θεωρητική προβληματική, μια επιστήμη.
Ο Αλτουσέρ, εμπνεόμενος από το Λακάν, ο οποίος θα κάνει κάτι παρόμοιο με το έργο του Φρόυντ, θα θέσει τη διαχωριστική γραμμή το χρονικό σημείο στο οποίο ο Μαρξ θα θωρακίσει την θεωρητική του σκέψη από την παρείσφρηση της ιδεολογίας και θα αρχίσει βαθμιαία να διαμορφώνει την επιστημονική του μεθοδολογία. Διαπιστώνει λοιπόν, ότι ο Μαρξ από μία χρονική στιγμή και έπειτα στοχάζεται τελείως διαφορετικά (δηλαδή επιστημονικά) και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο Μαρξ προβαίνει σε μία «συμπτωματική»ανάγνωση του έργου του Ρικάρντο και του Σμιθ.13 Ο όρος «σύμπτωμα» είναι δανεισμένος από το Λακάν, ο οποίος τη χρησιμοποιεί, όταν θέλει να αναφερθεί σε ένα επί μέρους στοιχείο ρήξης ή ανατροπής της ίδιας δομής εντός της οποίας, απαντάται η εντοπιότητά του. Αυτά τα καταστατικά κενά αναζητεί ο Μαρξ στο Ρικάρντο και Σμιθ, η ανεύρεση των οποίων θα τον βοηθήσουν στη διατύπωση των νόμων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και στη συγκρότησή τους σε επιστήμη αργότερα στο Κεφάλαιο.
Αυτό το μεταίχμιο, που χωρίζει τη σκέψη του Μαρξ στην «ιδεολογική» του περίοδο και την «επιστημονική», ο Αλτουσέρ το ονομάζει «επιστημολογική τομή», αξιοποιώντας τον όρο που εισήγαγε στην επιστημολογία ο Γκαστόν Μπασελάρ και θεωρεί ότι λαμβάνει χώρα στα 1845 και εκφράζεται από έργα όπως η Γερμανική Ιδεολογία και οι Θέσεις για το Φόυερμπαχ. Η επιστημολογική τομή είναι, για τον Μπασελάρ, η κρισιμότερη στιγμή στην πορεία συγκρότησης κάθε νέου επιστημονικού πεδίου.
Θα κλείσουμε αυτή τη μικρή περιήγηση στη θεωρητική περιπέτεια του Καρλ Μαρξ συγκεφαλαιώνοντας – κατά Αλτουσέρ – τις διάφορες περιόδους και φάσεις τους. Η περίοδος, πριν την επιστημολογική τομή, καλείται περίοδος της νεότητας, εκτείνεται από το 1840-1844και περιλαμβάνει έργα όπως: Εβραϊκό ζήτημα, Αγία Οικογένεια, Οικονομικά και φιλοσοφικά χειρόγραφα, κα. Η μετά τομής περίοδος, έχει δύο φάσεις: Εκείνη της θεωρητικής ωρίμανσης (1845-1857), στην οποία ανήκουν έργα σαν το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, Αθλιότητα της φιλοσοφίας, Μισθός, Τιμή και Κέρδος και εκείνη της θεωρητικής ωριμότητας (1857-1883),στην οποία και εντάσσεται το Κεφάλαιο.14

Ορισμός της φιλοσοφίας
Στο σημείο αυτό θα μας απασχολήσει ο δεύτερος χρονικά ορισμός της φιλοσοφίας του Αλτουσέρ και όχι ο πρώτος («θεωρία των θεωρητικών πρακτικών») που θεωρείται εδώ μάλλον προβληματικός. Η φιλοσοφία λοιπόν είναι η ταξική πάλη στη θεωρία. Στον ίδιο τον Αλτουσέρ15 διαβάζουμε:
«Η φιλοσοφία δεν είναι η απόλυτη Γνώση, δεν είναι η Επιστήμη των Επιστημών, ούτε η Επιστήμη των Πραχτικών […] δεν κατέχει την Απόλυτη Αλήθεια, ούτε σε σύγκριση με καμία επιστήμη […] και πραχτική […] Ο μαρξισμός επιβεβαιώνει την πρωτοκαθεδρία της πολιτικής πάνω στη φιλοσοφία. […] η θέση της είναι στο χώρο της θεωρίας και της «σχετικής της αυτονομίας» […] Το αντίτιμο της φιλοσοφίας είναι τα πραγματικά προβλήματα των κοινωνικών πρακτικών. Επειδή η φιλοσοφία δεν είναι μία επιστήμη […] δε μας δίνει τους τύπους που, τάχα, θα «εφαρμόζαμε στα προβλήματα». Η φιλοσοφία δεν εφαρμόζεται […] επενεργεί […] μεταβάλλοντας την τοποθέτηση των προβλημάτων16 […] τη σχέση ανάμεσα στις πραχτικές και το αντικείμενό τους».
Έτσι, η φιλοσοφία έχει ορισμένες επιπτώσεις τόσο στο πεδίο της επιστήμης όσο και της πολιτικής.
Στο χώρο της πολιτικής, τις επιπτώσεις της φιλοσοφίας λίγο-πολύ τις περιγράψαμε παραπάνω. Προάγει την ταξική πάλη που διεξάγει η εργατική τάξη και οι υπόλοιπες κυριαρχούμενες τάξεις απέναντι στο συνασπισμό εξουσίας, βοηθά στην ταξική τους συγκρότηση (οργανώσεις, συνδικάτα, κλπ), όπως επίσης προσφέρει και στην επαναστατική αναβάθμιση της μαρξιστικής θεωρίας, που ένα πρωτοπόρο πολιτικό κόμμα της εργατικής τάξης επεξεργάζεται, με ορίζοντα την ανατροπή του καπιταλισμού.
Όσον αφορά τις επιστήμες, η φιλοσοφία επενεργεί πάνω τους είτε με τρόπο προοδευτικό, είτε με τρόπο οπισθοδρομικό, αφού όπως προαναφέραμε είναι εν γένει αντιφατική ως θεωρητική αναπαραγωγή των ταξικών αντιθέσεων.
Καθαρή φιλοσοφία, είτε υλιστική είτε ιδεαλιστική δεν υπάρχει! Σε κάθε φιλοσοφικό σύστημα υπάρχει μία κυρίαρχη τάση που απορρέει από τις αντιφάσεις της και τις μεταμφιέζει. Έτσι, έχουμε «ιδεαλιστικές φιλοσοφικές Θέσεις που έχουν οπισθοδρομικές θεωρητικές επιπτώσεις στην επιστήμη της ιστορίας και […] υλιστικές φιλοσοφικές Θέσεις που έχουν προοδευτικές θεωρητικές επιπτώσεις […] και μπορούν να έχουν επαναστατικές επιπτώσεις στους τομείς που δεν έχουν ακόμα αληθινά προσπελαστεί από την επιστήμη της ιστορίας (πχ ιστορία των επιστημών, της τέχνης, των φιλοσοφιών). Αυτό είναι το αντίτιμο της ταξικής πάλης στο χώρο της θεωρίας».17

Ιδεολογία
και Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους
Το κεφάλαιο αυτό είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της σκέψης του Αλτουσέρ. Θα στηριχτούμε στις θεωρητικές του αναλύσεις έτσι όπως τις εξέθεσε στο πασίγνωστο άρθρο του «ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους».18
Κατά τον Αλτουσέρ, η δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας, συντίθεται από επίπεδα, που μπορούν, με βάση την κλασική μαρξιστική γραμματεία, να κατηγοριοποιηθούν στην υποδομή ή οικονομική βάση (ενότητα παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων) και την υπερδομή ή εποικοδόμημα(με το δίκαιο και το κράτος, όσο και τις διάφορες επιμέρους ιδεολογίες του). Αυτή η περιγραφή είναι αρκετά αφαιρετική και σχηματική και αν θέλουμε να εντρυφήσουμε σε αυτήν, πρέπει να μιλήσουμε με όρους σύνθετα αρθρωμένης και έκκεντρης δομής, όπως την παρουσιάσαμε στην πρώτη ενότητα. Αυτό που αξίζει να κρατήσουμε από αυτή τη διάκριση είναι πως η υπερδομή έχει μία σχετική αυτονομία σε σχέση με τη βάση και μπορεί να αναδρά προς αυτήν. Αυτό μας προφυλάσσει από μία μεγάλη παρεξήγηση: Ότι το εποικοδόμημα είναι αντανάκλαση της βάσης, ότι αυτή έχει τον πρώτο και τελευταίο λόγο, συνεπώς μόνο με αυτή είναι κρίσιμο και αναγκαίο να ασχολούμαστε (το δίπολο οικονομισμός/ εργατισμός).
Εδώ κάπου, ανακύπτει η σπουδαιότερη θεωρητική και πολιτική παρέμβαση του Αλτουσέρ. Το κράτος ή αλλιώς ο κρατικός μηχανισμός, δεν εξαντλείται μόνο στο μηχανισμό καταπίεσης. Δεν διαθέτει μόνο μία καταναγκαστική και κατασταλτική λειτουργία της άρχουσας τάξης πάνω στην εργατική τάξη, με στόχο το απρόσκοπτο της απόσπασης της υπεραξίας. Το κράτος διαθέτει και μία άλλη ουσιαστικότερη πτυχή, όσον αφορά την αναπαραγωγή της αστικής κυριαρχίας. Είναι οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους.
Πλάι στους καταπιεστικούς μηχανισμούς του κράτους (η αστυνομία, ο στρατός, τα δικαστήρια, οι φυλακές), δρουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους (ΙΜΚ). Σε αυτούς ανήκει ο θρησκευτικός ΙΜΚ (το σύστημα των διαφόρων εκκλησιών), ο σχολικός ΙΜΚ (το σύστημα των σχολείων σε όλες τους τις βαθμίδες, ιδιωτικών και δημοσίων), ο οικογενειακός ΙΜΚ (που έχει και άλλες λειτουργίες, όπως αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, κλπ), ο νομικός ΙΜΚ, ο συνδικαλιστικός ΙΜΚ (ρεφορμιστικά και μη συνδικάτα), ο ΙΜΚ των ΜΜΕ(τύπος, ραδιόφωνο, τηλεόραση, Ιντερνέτ), ο πολιτικός ΙΜΚ (το πολιτικό σύστημα και τα πολιτικά κόμματα), αλλά και ο πολιτιστικός ΙΜΚ (γράμματα, τέχνες, αθλητισμός).
Κύρια λειτουργία των ΙΜΚ είναι η διάδοση και η αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, δηλαδή της αστικής ιδεολογίας. Σαφώς δεν πρόκειται για όργανα τις αστικής τάξης, με την έννοια του ελέγχου και της υλικής διασύνδεσής τους με αυτήν, αλλά διαπερνώνται από τους κοινωνικούς συσχετισμούς δυνάμεων, με συνέπεια να εκφράζεται αντιφατικά η ηγεμονία της αστικής ιδεολογίας. Επομένως, ανταγωνιστικά ιδεολογικά υποσύνολα (μικροαστική και προλεταριακή ιδεολογία), που εκπροσωπούν τα συμφέροντα των κυριαρχούμενων τάξεων, βρίσκουν πεδίο έκφρασης στους ΙΜΚ, αλλά πάντοτε κάτω από την ιδεολογική ηγεμονία της αστικής τάξης.
Είμαστε στη στροφή πριν καταρρίψουμε το μύθο, ότι το κράτος ταυτίζεται με το «δημόσιο». Αντίθετα, η διάκριση «δημοσίου» και «ιδιωτικού» τομέα, είναι απόρροια της ύπαρξης του κράτους ως μηχανισμός κυριαρχίας μίας κοινωνικής τάξης. Το κράτος αποτελεί δηλαδή, προϋπόθεση της διάκρισης αυτής. Ένας ΙΜΚ μπορεί – κατά κύριο λόγο – να είναι είτε δημόσιος, είτε ιδιωτικός (πχ εκπαίδευση), ωστόσο είναι κρατικός μηχανισμός, στο βαθμό που συμβάλλει στην εδραίωση της εξουσίας μιας τάξης.Εν συνεχεία, υπογραμμίζουμε ότι και οι δύο τύποι κρατικών μηχανισμών λειτουργούν με «βία και ιδεολογία». Απλώς στο καταναγκαστικό μηχανισμό, τη δεσπόζουσα την έχει το στοιχείο της βίας (και της φυσικής βίας), ενώ στον ιδεολογικό μηχανισμό, δεσπόζον είναι το στοιχείο της ιδεολογίας. Δεν υπάρχει αμιγής καταπιεστικός μηχανισμός. Για παράδειγμα, ο στρατός και η αστυνομία διαθέτουν ιδεολογική λειτουργία, κυρίαρχα για την εσωτερική τους συνοχή και αναπαραγωγή, αλλά και για να απολαμβάνουν της «εκτίμησης» του κοινωνικού συνόλου.Θεωρούμε πως ακριβώς στο ζήτημα των ΙΜΚ ο Αλτουσέρ επεκτείνει και συστηματοποιεί τις απόψεις του Αντόνιο Γκράμσι (άκρως πρωτοποριακές για την εποχή που τις διατύπωνε) για τους διανοούμενους του κράτους. Αυτός πρώτος, όπως και ο Αλτουσέρ αργότερα, ισχυρίστηκε πως καμία κοινωνική τάξη δεν μπορεί να διατηρήσει την πολιτική εξουσία, αν δεν ασκεί την ιδεολογική της ηγεμονία στην κοινωνία (είναι χαρακτηριστικό το γκραμσιανό σχήμα ιδεολογία + καταστολή ή ηγεμονία + δικτατορία). Αυτό που ο Αλτουσέρ θεωρεί ως ΙΜΚ, ήταν για τον Γκράμσι όλο το κρατικό και μη υπαλληλικό προσωπικό, δηλαδή η κρατική γραφειοκρατία, το εθνικό διδασκαλικό σώμα, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι καλλιτέχνες, οι «άνθρωποι των γραμμάτων». Οι ΙΜΚ, οι γκραμσιανοί διανοούμενοι δηλαδή, αν ασκούν μία καθοριστική λειτουργία, αυτή είναι η ιεράρχηση, η συστηματοποίηση, η ενοποίηση και η ομογενοποίηση ετερογενών και ποικιλόμορφων ιδεολογικών υποσυνόλων σε ένα συνεκτικό ιδεολογικό σώμα, που προσιδιάζει στις αντιλήψεις και τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης. Διαδίδει λοιπόν και αναπαράγει αυτήν την ιδεολογία και καθιστώντας τα άτομα κοινωνούς της, τα κάνει φορείς ιδεολογικών και ευρύτερα κοινωνικών πρακτικών και σχέσεων, οι οποίες γειτνιάζουν, νομιμοποιούν και προσομοιώνουν τις υφιστάμενες εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις (η ιδεολογία για την εκμεταλλευτική φύση του ατόμου πχ, νομιμοποιεί την απόσπαση υπεραξίας από τον εργάτη κατά την παραγωγική διαδικασία).19 Εξαιρετικά σπουδαίο ρόλο, εντός της αστικής ιδεολογίας, παίζει το εθνικιστικό ιδεολογικό υποσύνολο. Η «διαχρονικότητα» του έθνους (πλάνη, αφού η έννοια χρονολογείται από τη συγκρότηση των πρώτων καπιταλιστικών κρατών), η εθνική συνείδηση, η αναγκαιότητα συγκρότησης εθνικής ομοψυχίας, ενότητας και συνοχής, συμβάλλουν καθοριστικά στην απόκρυψη της ταξικής διάρθρωσης της κοινωνίας και των ταξικών σχέσεων που τη διαπερνούν. Κατά μείζονα λόγο, το σχολείο είναι εκείνο το τμήμα του ΙΜΚ που αναλαμβάνει με αποφασιστικό και συστηματικό τρόπο να εμπεδώσει αυτήν την ιδεολογία στους υπό ένταξη κοινωνικούς φορείς.20 Το γεγονός αυτό, θα ωθήσει τον Αλτουσέρ να υποστηρίξει ότι στον καπιταλισμό, το σχολείο είναι ο σημαντικότερος ΙΜΚ.Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι οι ΙΜΚ παίζουν τον πιο κρίσιμο ρόλο αναφορικά με την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων παραγωγής, αλλά και την απόσπαση της κοινωνικής συναίνεσης από τις εκμεταλλευόμενες τάξεις, τη συγκρότηση των ταξικών συμμαχιών της άρχουσας τάξης και τη νομιμοποίηση των πολιτικών επιλογών αυτής. Σε ιστορικές περιπτώσεις όμως, που οι λαϊκές τάξεις διεκδικήσουν την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας, ο καταναγκαστικός μηχανισμός του κράτους γίνεται ο κυρίαρχος κρατικός μηχανισμός, μια που είναι ο μόνος θεσμός που μπορεί τότε να εξασφαλίσει τη συνέχεια της αστικής εξουσίας (δια του μονοπωλίου της βίας), καταστέλλοντας το λαϊκό κίνημα. Αξιοσημείωτο είναι ότι έχει αναδειχτεί ιστορικά και σε πόλο άσκησης κρατικής εξουσίας, όπως πχ στις στρατιωτικές δικτατορίες.Ο Γκράμσι είχε κατανοήσει αυτή την περίπλοκη και πολυσύνθετη δικτύωση και λειτουργία των μηχανισμών ηγεμονίας (όπως τις αποκαλούσε) συγκεκριμένα για τις χώρες της Δύσης.21 Θεωρούσε λοιπόν, εκείνη τη χρονική συγκυρία (δεκαετία του ’20), ότι η υπονόμευση και η ανατροπή ενός τόσο πολυδιάστατου κρατικού μηχανισμού από το προλεταριάτο, περνούσε μέσα από μια μακρόπνοη διαδικασία αναδιάταξης των συσχετισμών δυνάμεων μέσα από την εδραίωση της ιδεολογικής του ηγεμονίας πριν πρ
αγματοποιήσει το επαναστατικό άλμα. Είναι η γνωστή στρατηγική του πολέμου θέσεων, που είναι κατά τη γνώμη μας επίκαιρη στη Δύση μέχρι σήμερα.
Ας πούμε λίγα λόγια τώρα, για την ιδεολογία ως τέτοια.
1. Η ιδεολογία για τον Αλτουσέρ, είναι η «παράσταση» της φαντασιακής σχέσης του ατόμου με τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής του. Συγκεκριμένα, οι άνθρωποι δε φαντάζονται, με την ιδεολογία, τις πραγματικές συνθήκες ύπαρξής τους, τον πραγματικό κόσμο, αλλά κυρίως, με την ιδεολογία, αναπαριστούν τη σχέση τους με τις συνθήκες ύπαρξής τους, δηλαδή ο βιωματικός τροπισμός αυτών. Αυτό αποδεικνύει περίτρανα πως η ιδεολογία δεν είναι μόνο παραπλανητική, αλλά έχει και ένα θετικό χαρακτήρα, είναι πραγματικές «χειρονομίες». Ο αδιαμφισβήτητος φενακιστικός της χαρακτήρας, μπορεί να ειδωθεί μόνο αφαιρετικά, ύστερα από την αναγωγή της στο πεδίο των κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών. Αυτή η διαπίστωση, δεν ακυρώνει άραγε εν μέρει, τη πάγια λενινιστική πρακτική της «εισαγωγής της συνείδησης στην εργατική τάξη από έξω», από τους «ειδικούς» του κομμουνιστικού κόμματος;22
2. Η ιδεολογία έχει υλική υπόσταση. Η ιδεολογία υπάρχει μόνο ως ιδεολογική πρακτική, δηλαδή διαθέτει μετασχηματιστική δυναμική σαν κάθε κοινωνική πρακτική. Οι «ιδέες» δεν υπάρχουν μόνο στο νου, αλλά κινητοποιούν το άτομο προς πραγματοποίησή τους. Οι ιδέες δεν υπάρχουν, παρά μόνο στη διάσταση της υλοποίησής τους. Όπως είδαμε προηγουμένως, οι «ιδέες» και οι ιδεολογίες κωδικοποιούνται και παίρνουν υλική διάσταση στους ΙΜΚ. Αυτοί με τη σειρά τους, εγκαλούν τα άτομα να δράσουν σύμφωνα με τις επιταγές των ιδεών που αναπαράγουν.
3. Η ιδεολογία εγκαλεί τα άτομα ως υποκείμενα. Αυτό σημαίνει ότι εγκαλεί τα άτομα ως μοναδικά, ανεξάρτητα και αυθύπαρκτα υποκείμενα, λες και δε συμμετέχουν στις κοινωνικές σχέσεις, λες και δεν είναι «στοιχεία» των κοινωνικών δομών. Αποτελεί τον εσώτατο πυρήνα τηςλειτουργίας της ιδεολογίας, από εκεί απορρέει εντέλει, η απόκρυψη των ταξικών σχέσεων, φορέας των οποίων είναι αυτό το «υποκείμενο».
Η ιδεολογία έτσι, διαπλάθει τα συγκεκριμένα άτομα σε υποκείμενα και δεν είναι τίποτε άλλο από την υλική μορφή της λειτουργίας της. Ύστερα από όλα αυτά, είναι φανερή, θεωρούμε, η επιρροή του έργου του Λακάν στον ορισμό αυτό της ιδεολογίας. Την αξιολογούμε ως την κυριότερη επίδραση του γάλλου ψυχαναλυτή πάνω στο έργο του Λουί Αλτουσέρ.
Η έγκληση του ατόμου ως «υποκείμενο» που υλοποιείται από τους ΙΜΚ με συντονισμένο τρόπο, μας παραπέμπει εμμέσως στο συμβολικό επίπεδο της ύπαρξης του ατόμου του Λακάν. Το δίκτυο των ΙΜΚ μας θυμίζει τη λακανική συμβολική τάξη, που διαμεσολαβεί ως σύστημα αναφοράς, τις κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις των ατόμων. Είναι η βαθμίδα εκείνη με την οποία τα άτομα διατηρούν ενός είδους «απολογητική» στάση, αντίληψη με την οποία «φλερτάρει» κάποιες φορές στο άρθρο του ο Αλτουσέρ. Είναι τέλος, το συνεκτικό εκείνο πεδίο σημαινόντων, που εγκαλεί τα άτομα να επιθυμήσουν κατά τις αξιώσεις του – να δράσουν βάσει συγκεκριμένων ιδεολογικών επιταγών – διαμέσου πρακτικών, χειρονομιών και τελετουργικών, που διαθέτουν μία μορφή θετικότητας και υλικότητας. Επομένως, τηρουμένων των αναλογιών, οι ΙΜΚ του Αλτουσέρ δεν είναι η πολιτική «μετάφραση» του Μεγάλου Άλλου του Λακάν;23 Συμπέρασμα; Αυτός ο «εν γένει» φαντασιακός χαρακτήρας της ιδεολογίας, οδηγεί στον Αλτουσέρ στη θέση ότι πάντα με κάποιο τρόπο θα διαμεσολαβεί τη σχέση των ατόμων με τις κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξής τους, δηλαδή ποτέ δε θα απαλλαγούμε από αυτήν τη λειτουργία. Άρα η ιδεολογία δεν έχει ιστορία.

(επίλογος)
Θα κλείσουμε την εργασία αυτή, αντλώντας έμπνευση από μία παρατήρηση που κάνει κάπου ο Πέρυ Άντερσον.24 Ο Λουί Αλτουσέρ, με τις αντιλήψεις του για την ιδεολογία που στερείται ιστορίας, τον υλισμό της συνάντησης και την ιστορία χωρίς τέλος, δεν είναι άραγε το «επιστημονικό» ανάλογο του Βάλτερ Μπένγιαμιν των «Θέσεων για τη φιλοσοφία της ιστορίας».25 Δεν καταστρώνουν και οι δύο (από διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες και σκοπιές) ένα σχέδιο επαναστατικής ανασυγκρότησης της μαρξιστικής θεωρίας, δομημένο στη βάση πολιτικού και φιλοσοφικού πεσιμισμού;
Όπως και να’ χει, η προσφορά του Αλτουσέρ στο μαρξισμό είναι ανεκτίμητη και πρωτοποριακή και γι’ αυτό πρέπει να τον διαβάσουμε!
Δήμος Ε

Πηγή: aformi.gr