Μοντάζ - Τι κόσμος είναι αυτός
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σοσιαλισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Μαΐου 2013

Ο Φιντέλ Κάστρο

«Ο Μπατίστα δεν είχε πάρει στα σοβαρά τους γκεριλέρος (τους αντάρτες) του Κάστρο. Άλλωστε, οι φίλοι του οι Αμερικανοί ήταν δίπλα, σε απόσταση αναπνοής, και θα μπορούσε να τους καλέσει ό,τι ώρα ήθελε για να σώσουν την πατρίδα Από ποιον εχθρό να τη σώσουν, Ίσως από τους κομουνιστές, αν υπήρχαν. Ο Κάστρο όμως δεν ήταν κομουνιστής. Ήταν ένας ριζοσπάστης αστός δικηγόρος, γόνος ευκατάστατης οικογένειας γαιοκτημόνων, και ως εκ τούτου υπεράνω πάσης κομουνιστικής υποψίας. Μάλιστα, μόλις είχε προλάβει να γεννηθεί Κουβανός. Ο πατέρας του δεν ήταν γηγενής, ήταν γνήσιος Ισπανός που είχε μεταναστεύσει στην Κούβα.Ο Ανχελ (Αγγελος) Κάστρο Αργκίς Αρχίς είχε επτά παιδιά, τα δυο από τη σύζυγό του και τα πέντε από τη μαγείρισσά του, την κυρία Ρους. Ο Φιντέλ ήταν το δεύτερο παιδί της κυρίας Ρους και το τέταρτο της οικογένειας και ο Ραούλ το πέμπτο παιδί της κυρίας Ρους και το έβδομο της οικογένειας. Μέσα σ’ αυτήν την πολυμελή και μπερδεμένη οικογένεια, όπου όλοι ζούσαν αγαπημένοι, ακόμα και οι δύο γυναίκες του ερωτικά υπερδραστήριου Αγγέλου, τόσο ο Φιντέλ όσο και ο Ραούλ θα μάθουν από μικροί να αδιαφορούν για την αιματοσυγγένεια και την καταγωγή και να ενδιαφέρονται κυρίως για το διμέτωπο αγώνα του πατέρα τους εναντίον των πλούσιων ανταγωνιστών του από τη μια και των εργατών του από την άλλη. Η διπλή ταξική καταγωγή του Φιντέλ θα παίξει το ρόλο της στον κατοπινό κοινωνικοπολιτικό του προσανατολισμό, όπως άλλωστε και η φοίτησή του σε αυστηρά καθολικά σχολεία, όπου η γνώση ερχόταν πάντα με διπλό τρόπο στους μαθητές, με την αυστηρά επιτηρούμενη σκληρή δουλειά και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος στη διάρκεια της προσευχής.
Η προοδευτικότητα του Φιντέλ όσο είναι ακόμα νέος σταματάει στην επισήμανση αυτών των αντιφάσεων. Κανείς ποτέ δεν θα μάθει πότε ακριβώς θα αρχίσα να μελετάει τον Μαρξ, που έτσι κι αλλιώς δεν θα χρησιμεύσει και πολύ σ’ αυτόν τον υπερπληθωρικό και γοητευτικό άνθρωπο, που ξέρα να συναρπάζει και να πείθα τις μάζες πολύ εύκολα, με την εμφάνισή του και μόνο σε ένα μπαλκόνι Αλλωστε, είναι πολύ γνωστός στους Κουβανούς από το 1953. Την 26η Ιουλίου της χρονιάς αυτής θα κάνει μια μεγάλη αποκοτιά όταν με μια παρέα φίλων μάλλον παρά επαναστατών θα επιτεθούν στο φρούριο Μονκάδο του Σαντιάγο δε Κούμπα. Το 1953 που γίνεται για πρώτη φορά λόγος γι’ αυτόν στην Κούβα ο Κάστρο είναι 27 χρονών (γεννήθηκε το 1926), το 1955 που βγαίνει από τη φυλακή είναι 29 χρονών, το 1956 που αρχίζει την επανάσταση είναι 30 χρονών και το 1959 που την τελειώνει, 33 χρονών. Όλα τα έκανε νωρίς στη ζωή του αυτός ο φοβερός άνθρωπος, που στις 2 Δεκεμβρίου 1956, παρέα με 83 φίλους, ανάμεσά τους και ο αδερφός του Ραούλ, που τον ακολουθεί κατά πόδας, ανάμεσά τους και ο Γκεβάρα που μόλις τον είχε γνωρίσει στο Μεξικό, προερχόμενοι από το Μεξικό όπου οργάνωσαν τη δουλειά, αποβιβάζονται σε μια ερημική ακτή της Κούβας από το κότερο «Γκράνμα» που τους δάνεισε ένας φίλος. Στην πρώτη κιόλας μάχη που θα δώσουν μετά την απόβαση θα σκοτωθούν οι 72 από τους 82. Οι 10 επιζήσαντες θα καταφύγουν στο ψηλό βουνό Σιέρα Μαέστρα για να οργανώσουν εκεί στα γρήγορα ένα φοβερό αντάρτικο. Είναι απροσδόκητα μεγάλη η απήχηση που βρίσκει
το επαναστατικό άγγελμα του αστού Κάστρο, που δεν είναι ακόμα κομουνιστής, από τους πεινασμένους χωρικούς, που λες και περίμεναν από χρόνια τον ελευθερωτή  άγγελο, το πολιτικό και ιδεολογικό «φύλο» του οποίου ουδόλως τους ενδιαφέρει Στην αρχή δέκα άνθρωποι όλοι κι όλοι, μέσα σε τρία χρόνια θα γίνουν χιλιάδες και θα φέρουν τα απάνω κάτω και στην Κούβα, και στην Αμερική, και στον κόσμο. Η πείνα και η δυστυχία είναι καταστάσεις δυνάμει επαναστατικές και μια σπίθα μόνο φτάνει για να πάρει φωτιά η σωρευμένη πίκρα αιώνων. Τις επαναστάσεις δεν τις κάνουν οι επαναστάτες, αυτοί μόνο τις
διεκπεραιώνουν τις επαναστάσεις τις κάνουν οι πεινασμένοι και οι δυστυχείς. Ειδικότερα στην επανάσταση της Κούβας οι κουβανοί κομουνιστές, εξ ορισμού επαναστάτες όπως όλοι οι κομουνιστές, όχι μόνο δεν παίρνουν μέρος στην επανάσταση από την αρχή, αλλά στην αρχή, πριν εδραιωθεί η επανάσταση, θα χαρακτηρίσουν τον Κάστρο ανισόρροπο και τυχοδιώκτη. Ευτυχώς που θα καταλάβουν νωρίς το λάθος τους και θα πιαστούν έγκαιρα από την ουρά του Κάστρο. Που όχι μόνο δεν θα τους ψέξει για την αρχική συμπεριφορά τους, αλλά θα τους δεχτεί με ανοιχτές αγκάλες. Αν και αργότερα, αφού καταλάβει την εξουσία, θα διαλύσει το παλιό Κομουνιστικό Κόμμα για να βάλει στη θέση του ένα καινούργιο, που θα λέγεται και πάλι Κομουνιστικό Κόμμα. Ο Κάστρο δεν θα ασχοληθεί ποτέ με τους τύπους. Τον ενδιαφέρουν μόνο οι γνήσιοι επαναστάτες, όλοι οι γνήσιοι επαναστάτες απ’ όπου κι αν προέρχονται. Και, βέβαια, επαναστάτες δεν υπάρχουν μόνο στα κομουνιστικά κόμματα, όπου συχνάζουν κυρίως γραφειοκράτες που έχουν κάνει τον κομουνισμό επάγγελμα, ίσως γιατί το βρίσκουν πολύ εύκολο. Και είναι πράγματι εύκολο σε
καιρούς ειρηνικούς και μη επαναστατικούς. Ανάμεσα στο 1959, τη χρονιά που επικρατεί η επανάσταση, και το 1961 τη χρονιά που ο Κάστρο αυτοχαρακτηρίζεται εντελώς ξαφνικά κομουνιστής, πράγμα που το επιβεβαιώνει το 1963 με την επίσκεψή του στη Μόσχα, κανείς δεν ξέρει, ούτε καν οι Αμερικανοί, τι είδους είναι το καθεστώς που εγκαθίδρυσε ο Κάστρο στην Κούβα διώχνοντας τον Μπατίστα. Ο Κάστρο είναι γόνος οικογενείας πλούσιων αστών και οι Αμερι­κανοί έχουν συνηθίσει στις ενδοαστικές επαναστάσεις και τα πραξικοπήματα στη Λατινική Αμερική. Βέβαια, αυτό εδώ δεν έγινε με την άδειά τους, αλλά τούτο δεν σημαίνει ότι εν καιρώ δεν θα τεθεί υπό την προστασία τους. Για δύο χρόνια, μέχρι το 1961 όλο και ελπίζουν. Αλλά όταν ο Κάστρο το 1961 δηλώνει πως είναι κομουνιστής κόβοντας την ανάσα όλου του κόσμου, οι Αμερικανοί αποβιβάζονται στον Κόλπο των Χοίρων για να τον συνετίσουν. Και όσο αδυνατούν να τον συνετίσουν, και όσο αυξάνεται η εξάρτησή του από τη μακρινή Μόσχα, τόσο αφρίζει η κοντινή Ουάσινγκτσν. Ο εμπορικός αποκλεισμός (εμπάργκο) που επι­βάλλουν στην Κούβα οι Αμερικανοί το 1961 μετά το φιάσκο της απόβασης στον Κόλπο των Χοίρων, πού συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας, μπορεί να είναι απάνθρωπος, είναι όμως απολύτως λογικός από καπιταλιστικής απόψεως. Ενώ οι ΗΠΑ από χρόνια ετοιμάζονταν να ενσωματώσουν την Κούβα και για χρόνια ανέβαλλαν την ενσωμάτωση εξαιτίας του προβλήματος των μαύρων, ξαφνικά τους προκύπτει μια φιλοσοβιετική εμπροσθοφυλακή κάτω απ’ τη μύτη τους, απέναντι από τη Φλόριντα. Το 1968 και ενώ ο Γκεβάρα που θα τον εισηγηθεί είναι ήδη πεθαμένος από το 1967, ο «απόλυτος κομουνισμός» του Κάστρο θα τρομάξει όχι μόνο τους Αμερικανούς αλλά και τους Σοβιετικούς. Το 1968 καταργείται εντελώς ο θεσμός της ατομικής ιδιοκτησίας και εθνικοποιούνται τα πάντα, ακόμα και τα κουρεία. Οι Κάστρο είναι έτοιμος να καταργήσει και το χρήμα, όπως είχε προτείνει ο Γκεβάρα, ο οργανωτής του νέου επαναστατικού τραπεζικού συστήματος, αλλά οι Ρώσοι του λεν, και έχουν δίκιο, πως δεν πρέπει να βιάζεται, πως αυτά τα πράγματα δεν γίνονται με διατάγματα Εκείνον τον καιρό η Κίνα κάνει ανάλογα πειράματα για την κατάργηση του χρήματος, που όμως ούτε κι αυτή θα το καταργήσει τελικά, και οι Ρώσοι φοβούνται πως ο Κάστρο, μιμούμενος τον Γκεβάρα που ήταν κρυπτοφιλομαοϊκός, θα το στρίψει και θα αρχίσει να στραβοκοιτάει κατά την Κίνα. Το 1968, τη μεγάλη χρονιά της κουβάνικής επανάστασης, παρά τη ρήξη του Κάστρο με τον Γκεβάρα, που σκοτώνεται στη Βολιβία την προηγούμενη χρονιά προσπαθώντας να εξαγάγει την επανάσταση, παρά την αποτυχία των παρακινημένων από τ ψ Κούβα εξεγέρσεων στον
Αγιο Δομίνικο, τη Βενεζουέλα και τη Βολιβία, ο κουβανικός κομουνισμός γίνεται το πρότυπο για όλους τους κομουνιστές της Δύσης. Δυστυχώς, όμως, ο κουβανικός κομουνισμός είναι στηριγμένος περισσότερο στη βούληση και τα καλά συναισθήματα παρά στις αντικειμενικές συνθήκες. Μ’ άλλα λόγια, κλίνει περισσότερο προς τ ψ κινέζικη περί κο­
μουνισμού άποψη παρά προς τη σοβιετική, κι ας είναι η Κούβα απόλυτα εξαρτημένη από τη Σοβιετική Ένωση. Κι ενώ σιγά αγά τούτη η αντίφαση οδηγεί τον αρχικό ενθουσιασμό του 1968 στην σταδιακή διολίσθηση προς την απογοήτευση, έρχεται το 1980 η ηθική καταστροφή για την Κούβα με τη δήλωση του Κάστρο πως υποστηρίζει τους Σοβιετικούς, που τη χρονιά αυτή εισβάλλουν στο Αφγανιστάν. Ο Κάστρο είναι μέχρι τότε η υπ’ αριθμόν ένα προσωπικότητα του Κινήματος των Αδεσμεύτων. Και ξαφνικά δεσμεύεται υπέρ των
Ρώσων, που έχουν εισβάλει σε μια φτωχή και ουδέτερη χώρα με το εύλογο ίσως επιχείρημα πως αν δεν βάλουν αυτοί στο χέρι το Αφγανιστάν θα το βάλουν οπωσδήποτε οι Αμερικανοί, που ήδη έχουν διεισδύσει για τα καλά στην καίριας στρατηγικής σημασίας ασιατική χώρα. Όπως και να ’ναι, ο Κάστρο είναι αδύνατον πλέον να παριστάνει τον αδέσμευτο. Αλλωστε, από το 1961 που οι Αμερικανοί εφαρμόζουν επί της Κούβας τον εμπορικό αποκλεισμό ο Κάστρο είναι εκ των πραγμάτων δεσμευμένος υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης, στην οποία πουλάει όλη τη ζάχαρη που πρέπει να εξαχθεί και από την οποία παίρνει όλο το πετρέλαιο που έχει ανάγκη. Είναι το εμπάργκο, λοιπόν, που βγάζει τον Κάστρο από την ουδετερότητα και όχι η πολιτική του βούληση. Ωστόσο, η υπερπληθωρική και υπερσυναισθηματική επαναστατική πολιτική βούληση που ο Κάστρο έχει κληρονομήσει από τον πιο στενό του συνεργάτη και φίλο, τον Γκεβάρα, θα μπορούσε να έχει αποτελέσματα αν οι Σοβιετικοί είχαν αποφασίσει διαφορετικά για το Αφγανιστάν το 1980, αν δεν καθυστερούσαν πάρα πολύ να απεμπλακούν από το δικό τους Βιετνάμ το 1989 επί Γκορμπατσόφ, αν δεν άφηναν εκεί κάπου 10.000 νεκρούς, αν οι μουσουλμάνοι αντάρτες Μουτζαχεντίν δεν πίστευαν τόσο πολύ και τόσο φανατικά στο μουσουλμανικό παράδεισο,
πράγμα που κάνει το θάνατο στο πεδίο της μάχης μια υπόθεση μάλλον επιθυμητή, αν ο Χρουστσόφ δεν ήταν νταής και δεν εγκαθιστούσε ρωσικούς πυραύλους στην Κούβα το 1961 εκβιάζοντας τον Κάστρο και δίνοντάς του από την αρχή να καταλάβει πως δεν μπορεί παρά, αργά ή γρήγορα, να δεθεί στο άρμα κάποιος μεγάλης δύναμης, αν την ίδια χρονιά (1961) οι Σοβιετικοί δεν έχτιζαν στο Βερολίνο το βλακώδες «τείχος του αίσχους», που στοίχισε τη ζωή σε 79 ανθρώπους που προσπάθησαν να το καβαλήσουν, αν το 1968 δεν ερχόταν πρόωρα η
περίφημη «άνοιξη της Πράγας», αν ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ δεν γινόταν πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης το 1985, αν δεν κατέρρεε το σοβιετικό μπλοκ το 1990 και αν δεν διαλυόταν η Σοβιετική Ένωση το 1991. Αν, μ’ άλλα λόγια, όλα γίνονταν σύμφωνα με τη θέλησή μας θα ελέγχαμε την ιστορία πιο αποτελεσματικά και από τον Παντοκράτορα θεό των χριστιανών, που ακόμα κι αυτός δεν τα κάνει όλα όπως θέλει, αφού δίνει στον άνθρωπο το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τη βούλησή του, κι αυτός ο βλακέντιος αντί να τη χρησιμοποιήσει σε πλαίσια ανθρώπινα το παίζει θεός «ός τα πάνθ’ ορά» και προορά Η βουλησιαρχία είναι καθαρή μεταφυσική, και σαν τέτοια αδιαφορεί απολύτως για το γεγονός πως η πολιτική είναι παιχνίδι τουλάχιστον για δύο, ένα σκάκι στο οποίο η κάθε κίνηση είναι απολύτως εξαρτημένη από την κίνηση του αντιπάλου. Κανένα νησί, ακόμα και το πιό μικρό, ακόμα και το χαμένο στον Ειρηνικό Τιμόρ δεν είναι πολιτικά απομονωμένο. Η κομουνιστική Κούβα χρωστάει την κομουνιστική επιβίωσή της στο σπάνιο ιστορικό γεγονός πως τη διεκδικούσαν ταυτόχρονα για τρεις δεκαετίες και με μεγάλο πείσμα τρεις μεγάλες δυνάμεις, η ΗΠΑ, η ΕΣΣΔ και η Κίνα Σήμερα κινείται με τη δύναμη της αδράνειας και την ωστική δύναμη του θαυματουργού μύθου του Φιντέλ Κάστρο. Η κουβανική επανάσταση κατ’ ουσίαν ήταν η αρχή μιας εξέγερσης, που δεν ολοκληρώθηκε, της Κεντρικής και της Νότιας Αμερικής κατά της Βόρειας Αμερικής, και όχι μια προλεταριακή επανάσταση. Ο μαρξισμός θα χρησιμεύσει στον Κάστρο σαν εργαλείο δουλειάς μετά την επικράτηση της επανάστασης και όχι σαν καθοδηγητικό πρόγραμμα πριν απ’ αυτήν και κατά τη διάρκειά της. Άλλωστε, θα δηλώσει πως είναι αφοσιωμένος στις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού μόλις την 1η Δεκεμβρίου 1961, περίπου δύο χρόνια μετά την κατάληψη της εξουσίας. Ο Κάστρο ξεκίνησε σαν ο νέος λιμπερταδόρ, σαν ο νέος Σιμόν Μπολίβαρ και στην πορεία έγινε κατ’ ανάγκην ο νέος, ο λατινοαμερικανός Λένιν. Δεν είχε άλλο τρόπο να επιβάλει τον εκσυγχρονισμό και τις κοινωνικές ανατροπές που επιθυμούσε.
ΤΙ δηλώνει ο μύθος; Δηλώνει απλά και καθαρά πως ο μαρξισμός είναι ένα κλειδί που μπορεί να ξεκλειδώσει πολλές πόρτες, όχι κατ’ ανάγκην προλεταριακές. Αυτός είναι ο λόγος που και οι ρώσοι και οι κινέζοι θεωρητικοί θα τα μπερδέψουν πολύ με την κουβανική επανάσταση. Για χρόνια συζητούσαν αν ήταν ή δεν ήταν προλεταριακή, αν συμφωνούσε ή δεν συμφωνούσε εξαρχής με το μαρξιστικό δόγμα Ωστόσο, όλοι ήξεραν πως την επανάσταση στην Κούβα την οργάνωσαν οι προοδευτικοί αστοί και την διεκπεραίωσαν οι εξαθλιωμένοι αγρότες. Έτσι περίπου είχε γίνει και με τα απελευθερωτικά κινήματα που οργάνωσαν οι λατινοαμερικανοί λιμπερταδόρες (ελευθερωτές) τον περασμένο αιώνα, έτσι περίπου είχε γίνει και στο Μεξικό με τις αγροτικές επαναστάσεις του Πάντσο Βίλα και του Εμιλιάνο Ζαπάτα τις δύο πρώτες δεκαετίας του αιώνα μας και που ήταν τα διεθνή πρόδρομα επαναστατικά φαινόμενα γι’ αυτά που θα συνέβαιναν αμέσως μετά στην εξίσου
εξαθλιωμένη με το Μεξικό, Ρωσία του καιρού εκείνου. Δεν είναι τυχαίο που και τη μεξικανική και την οκτωβριανή επανάστάση την περιέγραψε με τρόπο συναρπαστικό ο ίδιος αμερικανός δημοσιογράφος, ο Τζων Ρηντ (18871920), ο μόνος ξένος που τάφηκε μαζί με τους άλλους μεγάλους ήρωες της Οκτωβριανής Επανάστασης στο τείχος του Κρεμλίνου, πίσω από το μαυσωλείο του Λένιν, στην Κόκκινη Πλατεία Η πείνα, η εξαθλίωση, η κοινωνική αδικία ούτε χρώμα έχουν, ούτε σύνορα γνωρίζουν. Έχουν, όμως, την ίδια κοινωνικοοικονομική ρίζα, αυτήν ακριβώς που προσπάθησε να ξεθάψει ο Καρλ Μαρξ σκάβοντας βαθιά στα απολιθώματα της ιστορίας. Αν σε πολλούς δεν αρέσουν τέτοιου είδους ανασκαφές ή εκταφές, ας βουλώσουν τη μύτη μέχρι να σκάσουν και ποτέ πια η μπόχα της ιστορίας να μην τους δημιουργήσει την αίσθηση πως οι σκελετοί που ξεθάβονται ανήκαν σε δυστυχείς των περασμένων αιώνων, που άλλοι άρπαγες ίσως τους οδήγησαν πρόωρα στον τάφο.
Και οι πριν απ’ τον Μαρξ και οι μετά τον Μαρξ επαναστάτες είναι όλοι σεβαστοί για μας. Όλοι αγωνίστηκαν για την κοινωνική δικαιοσύνη και πολλοί πέθαναν με το όπλο στο χέρι. Ο Μπολίβαρ, ο Μαρτί, ο Σαντίνο, ο Βίλα, ο Ζαπάτα, ο Κάστρο, ο Γκεβάρα, ο Λένιν, ο Στάλιν, ο Τρότσκι, ο Μάο, ο Χο, ο Γκιάπ, ο Αρης, όλοι αυτοί και πάρα πολλοί άλλοι επώνυμοι και ανώνυμοι είναι δικοί μας άνθρωποι. Ο Πάμπλο Νερούντα (Νερούδα είναι το σωστό) έγραψε το «Κάντο χενεράλ» (το «Γενικό άσμα») για όλους τους αγωνιστές όλου του κόσμου. Γι’ αυτό, άλλωστε, και το άσμα λέγεται γενικό. Γι’ αυτό και ο Έλληνας Μίκης θεοδωράκης μπήκε τόσο βαθιά μέσα στην ψυχή των λατινοαμερικανών επαναστατών όταν μελοποιούσε το «Κάντο χενεράλ». Η επανάσταση κατά των εκμεταλλευτών αφορά όλους τους ευαίσθητους και τίμιους ανθρώπους αυτού του κόσμου. Αριστερός είναι αυτός που είναι σε θέση να επαναστατήσει και όχι μόνο ο κομουνιστής. Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού είναι και προμαρξιστική και μεταμαρξιστική, και παραμαρξιστική, αφού ο μαρξισμός εμπεριέχει, σαν δυνατότητα ερμηνείας, όλα τα επαναστατικά γεγονότα όλων των αιώνων. Ο κλασικός μαρξισμός είναι απλώς ένα σημείο αναφοράς και μια πυξίδα που μας επιτρέπει να μη χανόμαστε όταν περιπλανιόμαστε στους λαβυρίνθους της ιστορίας.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.


CUBA

«Το κράτος της Κούβας, ίσο περίπου σε έκταση και πληθυσμό με την Ελλάδα, είναι ένα σύμπλεγμα 3.715 νησιών. Το μεγαλύτερο απ’ αυτά θα δώσει το όνομά του στην πατρίδα του Ξαβιέ Κούγκατ, του Φιντέλ Κάστρο και μιας ιθαγενούς φυλής που θα γίνει διεθνώς γνωστή με το ισπανικό, συμβατικό όνομα Σιμπονέ από τότε που ο Κούγκατ, ο βασιλιάς της κόνγκας και της ρούμπας, θα γράψει την περίφημη ρούμπα «Σιμπονέ», μια χαρούμενη μουσική που είναι ταυτόχρονα λυγμός, κραυγή πόνου και ζητωκραυγή.
Αυτή είναι η Κούβα.  Ένα κράμα μουσικής και επανάστασης. Που δεν την εφεύρε ο Κάστρο. Η επανάσταση στην Κούβα είναι μια ενδημική κατάσταση, που αρχίζει το 1492, τη χρονιά που πατάει εκεί το πόδι του ο πρώτος Ευρωπαίος, ο Χριστόφορος Κολόμβος. Θα τον ακολουθήσει ο Σεμπάστιαν Οκάμπο, που θα εξερευνήσει το νησί το 1508, για να σφυρίζει σε λίγο κλέφτικα και να δώσει έτσι το σύνθημα στους πρώτους 300 ισπανούς κλέφτες αποίκους, οι οποίοι θα φτάσουν εκεί το 1511. Και θ’ αρχίσουν αμέσως μια τόσο συστηματική λεηλασία του ιθαγενούς πλούτου, που θα οδηγήσει στην ομαδική αυτοκτονία την ιθαγενή φυλή των Σιμπονέ όταν οι ισπανοί καταχτητές διδάξουν σ’ αυτούς τους πανευτυχείς τροφοσυλλέκτες πως «τα καλά κόποις (των άλλων) κτώνται», πως ο πλούτος προκύπτει με τον ιδρώτα (των άλλων), ενώ η σχετική με την επιστήμη της πολιτικής οικονομίας εργασία είναι χαρά μόνο όταν βλέπεις τους άλλους να δουλεύουν για λογαριασμό σου κι εσύ, ο μοντέρνος τροφοσυλλέκτης, που καρπούσαι την υπεραξία της δουλειάς τους, να κάθεσαι, να λιάζεσαι σε συνθήκες αιώνιας Ανοιξης και να κολυμπάς όλες τις εποχές του έτους στον παράδεισο που λέγεται Κούβα.
Στο ένα χέρι το όπλο, στο άλλο η κιθάρα. Ήταν το κύριο σύνθημα της κουβανικής επανάστασης. Στην Κούβα, όλοι, μα όλοι, με την παραμικρή αφορμή, αρχίζουν να κουνιούνται στους ρυθμούς της αφροκουβάνικης μουσικής. Τα περισσότερα από τα επαναστατικά τραγούδια των Κουβανών είναι γραμμένα σε ρυθμό ρούμπας, κόνγκας, σάμπας, μάμπο. Και, βέβαια, η χαμπανέρα, μια πιο αργή και πιο ηδονική παραλλαγή του ταγκό, που θα πάρει το όνομά της από την πρωτεύουσα Αβάνα, κυριαρχεί παντού· στα σαλόνια, στις δεξιώσεις, αλλά και στους ειδικούς ξενώνες που έχτισε ο Κάστρο όχι για να κοιμούνται οι ξένοι αλλά για να «πηδούν» οι νέοι και να μη σοκάρουν τους κρυόκωλους τουρίστες με τα όσα «αισχρά» διέπρατταν στα πάρκα. Κανείς δεν θα μπορούσε να βάλει φραγμό στον έρωτα σε μια χώρα, όπου η θερμοκρασία κυμαίνεται σταθερά ανάμεσα στους 22 και τους 28 βαθμούς Κελσίου, χειμώνα καλοκαίρι.
Αυτόν το μουσικοχορευτικό σοσιαλισμό που προσπαθεί να περισώσει τη μνήμη των Σιμπονέ, των ιθαγενών που προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να δουλέψουν, τον καταλαβαίνω. Κάθε οραματιστής της αταξικής κοινωνίας κρύβει μέσα του έναν Σιμπονέ και κάθε σοβαρός επαναστάτης κρατάει κιθάρα στο ένα χέρι Και στη σκοπιά πηγαίνει ζευγαρωμένος. Διπλοσκοπιά, άντρας γυναίκα Αυτό που υποπτεύεστε γίνεται είτε πριν είτε μετά τη βάρδια. Καταλαβαίνετε τώρα γιατί οι Κουβανοί αγαπούν με πάθος τον Φιντέλ. Δεν πήγε ποτέ κόντρα στην ιδιοσυγκρασία τους. Κι όταν κάποτε παρακάλεσε τους συμπατριώτες του να κάνουν οικονομία και να μην αγοράζουν τόσο πολλά μουσικά όργανα, με το επιχείρημα πως μια τρομπέτα κοστίζει όσο κι ένα σακί ζάχαρη, οι τρομπετίστες του απάντησαν λογικότατα πως ένα τανκ κοστίζει όσο η μισή ετήσια παραγωγή της Κούβας σε ζάχαρη.
Και ο Κάστρο, που όταν αρχίζει να μιλάει ξεχνάει να σταματήσει, βρήκε τότε την ευκαιρία να κάνει ένα συναρπαστικό μάθημα μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας για να εξηγήσει στα
πλήθη των φανατικών του πως τα φονικά και όχι, βέβαια, τα μουσικά όργανα είναι αυτά που ευθύνονται για όλες τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν όλοι οι λαού Αν δεν υπήρχαν εξοπλισμοί θα υπήρχε φαΐ για όλους και τρομπέτες και κιθάρες για όλους τους Κουβανούς. Στην αταξική κοινωνία του μέλλοντος δεν θα υπάρχουν όπλα Συνεπώς, εκτός από φαΐ θα υπάρχουν και μουσικά όργανα σε πλήρη επάρκεια. Τέτοιου ύφους είναι οι λόγοι του Κάστρο. Κάθε εμφάνισή του στο μπαλκόνι ή στην τηλεόραση είναι ένα άψογο σεμινάριο, το περιεχόμενο του οποίου γίνεται κατανοητό και από τον πιο χοντροκέφαλο.
Ένας σοσιαλισμός που αντιμετωπίζει τη μουσική σαν αγαθό πρώτης ανάγκης αξίζει να επιζήσει. Αλλά πώς να επιζήσει μετά το θάνατο του Κάστρο; Απ’ την Κούβα πηγαίνεις κολυμπώντας, που λέει ο λόγος, στη Φλόριντα, απέναντι. Οι Κουβανοί, με μαέστρο τον Φιντέλ, παίζουν το βιολί τους πάνω απ’ το κεφάλι του λιονταριού κάπου 40 χρόνια, από την 1η Ιανουαρίου 1959, που οι μπαρμπούτος (οι μουσάτοι) του Κάστρο μπαίνουν στην Αβάνα και διώχνουν τον Μπατίστα.
Είναι απίστευτο. Το τελευταίο κοψίδι υπαρκτού σοσιαλισμού βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Διά του Γέλτσιν οι Αμερικανοί κατέλυσαν μια κομουνιστική αυτοκρατορία. Όμως στην Κούβα τα γουρούνια πήραν το μάθημά τους μέσα σε λίγες μέρες στον Κόλπο των Χοίρων, όπου οι Αμερικανοί πεζοναύτες επιχείρησαν ματαίως να αποβιβαστούν τον Απρίλιο του 1961. Έκτοτε δεν το ξαναεπιχείρησαν. Αλλά ο Κόλπος των Χοίρων βρίσκεται πάντα στη θέση του, το ίδιο και οι χοίροι απέναντι. Το ίδιο και η αμερικανική βάση του Γκουαντάναμο, που είναι αμερικανικό έδαφος επί του εδάφους της Κούβας από το τέλος του περασμένου αιώνα Ο Κάστρο όμως δεν θα βρίσκεται για πάντα στη θέση του. Δυστυχώς, ο κουβανικός σοσιαλισμός ήταν και παραμένει προσωποκεντρικός.»

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη «Η μεγάλη περιπέτεια του μαρξισμού», 1999.



Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Λίγη ιστορία αντί για επικήδειο - Ούγκο Τσάβες


ΚΥΡΙΑΚΉ, 10 ΜΑΡΤΊΟΥ 2013


Λίγη ιστορία αντί για επικήδειο



Του Κρίτωνα Ηλιόπουλου

Δεν ήμουν ποτέ οπαδός του Ούγκο Τσάβες και καθώς δεν μου αρέσουν οι μεταθανάτιοι ύμνοι θα μπορούσα να τον κατηγορήσω για διάφορα, τα οποία βρίσκονται όμως στην αντίθετη κατεύθυνση από όσα με λύσσα του προσάπτουν τα παπαγαλάκια της εξουσίας και σύσσωμοι οι Κροίσοι της Βενεζουέλας. Ο Τσάβες όμως ό,τι κι αν έκανε ήταν πάντα με τους «από κάτω» και οι κυβερνήσεις του βοήθησαν τους καταπιεσμένους της Βενεζουέλας (και όλης της Λατινικής Αμερικής) να αλλάξουν ζωή και συνείδηση. Δεν χρειάζεται να θεωρηθεί Μεσσίας αναληφθείς στους ουρανούς ούτε όμως και ως απλώς ένας εχθρός των εχθρών μας. Το σημαντικότερο ίσως έργο του δεν ήταν η εντυπωσιακή αναδιανομή πλούτου υπέρ των αδικημένων αλλά η συμβολή του στην προσπάθεια χειραφέτησης και αυτοδιάθεσης αυτών των κοινωνικών ομάδων που πριν δεν είχαν καν συνείδηση ότι δικαιούνται να υπάρχουν στην κοινωνία. Ακόμα και με το θάνατό του, πρόωρο και προτού φθαρεί ο ίδιος και η εξουσία του, συμβάλλει στην αντίσταση των καταπιεσμένων της χώρας του, για τους οποίους θα μείνει πάντα ήρωας και καθοδηγητής, κάνοντας δύσκολη τη ζωή των αφεντικών ακόμα και από τον άλλον κόσμο. 

Παρά τις αντίθετες απόψεις, αποδεικνύεται ιστορικά ότι μπορεί μεν η εξαθλίωση να φέρνει εξεγέρσεις όμως οι επαναστατικές αλλαγές κυοφορούνται όταν υπάρχει ελπίδα και όχι πείνα. Ίσως μάλιστα οι περισσότεροι εξεγερμένοι ονειρεύονται απλώς την επιστροφή στις παλιές καλές μέρες, ενώ λίγοι είναι οι οραματιστές του μέλλοντος. Συνήθως παλεύουν για όσα έχασαν και όχι για όσα θα κερδίσουν, τα οποία αρχίζουν να τα βλέπουν στη διαδρομή. Αξίζει τον κόπο να μελετήσουμε λίγη πρόσφατη ιστορία πριν από την εμφάνιση του Τσάβες και θα εντυπωσιαστούμε από πολλά.


Καράκας 1989

Την ίδια εποχή που τα παγκόσμια μίντια έβλεπαν τις τρομερές αντιθέσεις που γκρέμισαν τα σοσιαλιστικά κράτη της ανατολικής Ευρώπης και την ΕΣΣΔ, στο Καράκας της Βενεζουέλας πλήθη εξαθλιωμένων εξεγείρονταν κατά της νεοφιλελεύθερης καταστροφής της ζωής τους.

26 και 27 Φλεβάρη 1989: Με την αύξηση τιμής των καυσίμων οι ιδιοκτήτες λεωφορείων αποφασίζουν να αυξήσουν τα εισιτήρια. Μια γυναίκα σε μια φτωχογειτονιά αρνείται να πληρώσει και ο οδηγός την πετάει βίαια έξω. Ο κόσμος αντιδρά και αναποδογυρίζει το λεωφορείο. Είναι το πρώτο οδόφραγμα. Ακολουθούν φωτιές, λεηλασίες σούπερ μάρκετ, καταστροφές, εκατοντάδες χιλιάδες εξαθλιωμένοι καταλαμβάνουν την πόλη. Η κυβέρνηση επιβάλει στρατιωτικό νόμο (αναφέρεται ότι ένα τμήμα της αστυνομίας αρνήθηκε στην πράξη να καταστείλει απειθαρχώντας στις διαταγές των ανωτέρων τους και μάλιστα αστυνομικοί συμμετείχαν σε λεηλασίες) και το αποτέλεσμα είναι εκατοντάδες νεκροί. Το επίσημο νούμερο είναι 327 (αυτό παραδέχτηκε η κυβέρνηση), όμως μελέτες αναφέρουν έως και 3000 νεκρούς. Η υπηρεσία Πληροφοριών του Στρατού μιλάει για 2227 νεκρούς από πυροβόλο όπλο και οι ξένοι ανταποκριτές ανάφεραν 1500 νεκρούς. «Ελεύθεροι σκοπευτές πυροβολούσαν όποιο κεφάλι έβγαινε σε παράθυρο» αναφέρει χαρακτηριστικά ένας αυτόπτης μάρτυρας αξιωματικός του στρατού.

Το πραξικόπημα των νεαρών αξιωματικών με επικεφαλής τον Τσάβες το 1992 εναντίον του Κάρλος Αντρές Πέρες ήθελε να είναι απάντηση σε αυτή την κατάσταση. Οι ιδιομορφίες του στρατού της Βενεζουέλας και η πολιτική οργάνωση στο εσωτερικό του (βλέπε Μάρτα Χαρνέκερ 2003) έφεραν αργότερα τα αποτελέσματα που ξέρουμε, την εκλογική νίκη του 1998 και τους αλλεπάλληλους εκλογικούς θριάμβους του … «δικτάτορα» Τσάβες που έκανε περισσότερες εκλογές και δημοψηφίσματα από πολλούς … «δημοκράτες».

Η κρίση της Βενεζουέλας
(αν σας θυμίζει κάτι, κάθε σύγκριση είναι δεκτή)

Η χώρα με τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου πέφτει τη δεκαετία του ‘80 σε βαθιά οικονομική κρίση. Μέσα σε μόλις 3 χρόνια 1975-1978 το εξωτερικό χρέος από 6 δις σε 31 δις δολάρια ενώ η πτώση της τιμής του πετρελαίου ήταν καταλυτική (1973=29 δολ, 1986=11 δολ.) μετά το 1983, το κεφάλαιο εγκαταλείπει τη Βενεζουέλα διότι χάνει.

Το 1983 κηρύσσεται η πρώτη στάση πληρωμών εξωτερικού χρέους από την κυβέρνηση Ερέρα Καμπίνας, το 1984 η κυβέρνηση του προέδρου Χάιμε Λουσίνκσκι έφερε το πρώτο πακέτο οικονομικών μέτρων με στόχο την επαναχρηματοδότηση του εξωτερικού χρέους από το ΔΝΤ, (απελευθέρωση τιμών, αύξηση τιμής καυσίμων, μείωση κρατικών δαπανών, πάγωμα μισθών) και το 1988 γίνεται η τρίτη αναστολή πληρωμών του εξωτερικού χρέους που έφτανε τα 30 δις δολάρια.

Οι καπιταλιστές με την ομοσπονδία τους Fedecamaras (κάτι σαν Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο), απαίτησαν από την κυβέρνηση την πλήρη ανάληψη του ιδιωτικού εξωτερικού χρέους που κυμαινόταν από 8 έως 10 δις ως «προαπαιτούμενο για να αποκατασταθεί η πιστοληπτική ικανότητα της Βενεζουέλας στο εξωτερικό και να αποφευχθεί το κλείσιμο επιχειρήσεων, έλλειψη αγαθών πρώτης ανάγκης, πληθωρισμός ...»

Αμέσως η κυβέρνηση έφτιαξε ένα μηχανισμό που εξασφάλιζε διαθεσιμότητα δολαρίων σε ευνοϊκή ισοτιμία για τον ιδιωτικό τομέα (κοινή ισοτιμία 1 προς 7 μπολίβαρες, προνομιακή ισοτιμία για τους επιχειρηματίες 1 προς 4,3) Honorio Martinez, 2008

Ακόμα και ο πρόεδρος της Κεντρικής Τράπεζας σκανδαλίστηκε με το φόρτωμα του ιδιωτικού χρέους στο δημόσιο γιατί σήμαινε, όπως δήλωσε, εύνοια προς όσους «έκαναν εισαγωγές, πλούτισαν και ευνοήθηκαν έπειτα από εξαγωγή κεφαλαίων». Τον επόμενο Φεβρουάριο η νέα κυβέρνηση του Ερέρα Καμπίνας τον αντικατέστησε. Ωστόσο και στη νέα κυβέρνηση εκφράστηκαν ανάλογες φωνές που εξέφραζαν τις εσωτερικές αντιθέσεις των κεφαλαιούχων και των πολιτικών εκφραστών τους και την «συναίνεση» που είχαν ισορροπηθεί από το 1958 με τη συμφωνία της Fedecamaras με τους εργατοπατέρες συνδικαλιστές και τη Συμφωνίας των δύο μεγάλων κομμάτων το 1968, που επιτεύχθηκε χάρη στα έσοδα από το πετρέλαιο.

Το Σεπτέμβριο του 1984 η κυβέρνηση Λουσίντσι «κατάφερε» να αναχρηματοδοτήσει το 94% του δημοσίου χρέους με προθεσμία ως το 1988 και έγινε δεκτή από τους διεθνείς δανειστές η ρύθμιση της ισοτιμίας για την κάλυψη και την εξυπηρέτηση του ιδιωτικού εξωτερικού χρέους.

Το ΔΝΤ υπέδειξε πακέτο μέτρων: απελευθέρωση τιμών, κατάργηση κρατικών επιδοτήσεων, περιορισμός δημόσιων δαπανών, πάγωμα μισθών, άνοδος τιμής καυσίμων και αύξηση φορολογίας.

Το Φεβρουάριο του 1984 o Λουσίντσι επέβαλε το πρώτο πακέτο μέτρων. Το Δεκέμβριο του 1986 κάνει νέα υποτίμηση και το Δεκέμβριο του 1988, ένα μήνα προτού παραδώσει στον Κάρλος Αντρές Πέρες ανακοίνωσε τη νέα αδυναμία πληρωμών εξωτερικού χρέους που έφτανε τα 30 δις δολάρια. Μέσα σε δύο χρόνια οι τιμές είχαν ανέβει 60% και το κόστος ζωής κατά 28%.
Το πακέτο μέτρων της επόμενης κυβέρνησης, του Κάρλος Αντρές Πέρες (1989) επέβαλε μεταξύ άλλων: νέα μείωση κρατικών δαπανών, μέτρα απελευθέρωσης εμπορίου, απελευθέρωση νομισματικής ισοτιμίας, κατάργηση δασμών, ενίσχυση των ξένων επενδύσεων, ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων, 100% αύξηση τιμής της βενζίνης και 30% των εισιτηρίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Οι αμοιβές των εργαζομένων (σε μισθούς) που το 1960 αποτελούσαν το 61,2% του ΑΕΠ, το 50,4% του ΑΕΠ το 1970 και το 27% το 1980, είχαν φτάσει στο 15% στα τέλη της δεκαετίας του ‘80. 
Στις 28 Φεβρουαρίου 1989, στη φτωχογειτονιά Γουαρένας οι επιβάτες των αστικών συγκοινωνιών άρχισαν να καταστρέφουν τα οχήματα. 

Η εξέγερση του Καράκας που έγινε γνωστή ως «καρακάσο» ή «σακουδόν» ήταν αυθόρμητη χωρίς καμία οργανωμένη υποκίνηση ούτε εκπροσώπηση. Τα συνδικάτα ήταν κυβερνητικά και δεν υπήρχαν πολιτικές οργανώσεις που να εκφράζουν εκείνο το 40% του πληθυσμού της πόλης, τους πιο φτωχούς από τα 4 εκατομμύρια που ζουν στριμωγμένοι σε λόφους που καλύπτουν μόλις το 10% της έκτασης του Καράκας.



Οι στρατιωτικοί μεταρρυθμιστές.

Έχουν γραφτεί πολλά και θα γραφούν ακόμα περισσότερα για το τι λογής αριστερά είναι η Μπολιβαριανή του Τσάβες, πόσο αριστερά, τι προοπτικές έχει κλπ. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνο με την ιστορία.

Για τους συνωμότες της ομάδας του Τσάβες που ονομαζόταν MBR 200 (Μπολιβαριανό Επαναστατικό Κίνημα 200) η εξέγερση του ‘89 ήταν ένα σοκ γιατί βρέθηκαν ταυτόχρονα σύμμαχοι και αντίπαλοι του εξεγερμένου πλήθους, όπως ο αδερφός του δολοφονημένου συντρόφου του Τσάβες Λουίς Φελίπε Ακόστα Κάρλες (σημερινός στρατηγός) ή ο υπολοχαγός Χεσούς Μανουέλ Ζαμπράνο Μάτα που αφηγείται πώς «έβαλε σε σειρά» τον κόσμο για να λεηλατήσει «με τάξη» ένα εμπορικό κέντρο, αντί να τους διαλύσει βίαια όπως τον έστειλαν να κάνει, ώστε ο κόσμος να παίρνει τρόφιμα και άλλα απαραίτητα χωρίς καταστροφές! (Χαρνέκερ, 2003)

Τα μετέπειτα γεγονότα είναι γνωστά: αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος από τον Τσάβες το ‘92 κατά του Αντρές Πέρες, έπειτα εμφάνισή του για δύο λεπτά στην τηλεόραση που καλεί σε παράδοση των όπλων «προς το παρόν»! όμως, και κερδίζει τη λαϊκή συμπάθεια, έπειτα φυλακή, αποφυλάκιση και συντριπτική νίκη στις εκλογές του 1998. Από τότε κι έπειτα, και μέσα σε 13 χρόνια, έγιναν πέντε δημοψηφίσματα, τέσσερις προεδρικές εκλογές, πέντε βουλευτικές και πέντε περιφερειακές εκλογές. Επιπλέον ηττήθηκε η απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του Τσάβες το 2002 που είχε την υποστήριξη όλης της διεθνούς μαφίας των νεοφιλελεύθερων , από τον Αθνάρ μέχρι την Κοντολίζα Ράις. Πρόκειται πράγματι για έναν πολύ ιδιόμορφο «δικτάτορα» αλλά και στρατιωτικό. Και φυσικά η «δικτατορία» του Τσάβες δεν έστειλε ποτέ κανέναν εξορία, δεν έκανε βασανιστήρια ούτε σε αστυνομικά τμήματα ούτε πουθενά, δεν πετούσε από αεροπλάνα τους πολιτικούς αντιφρονούντες, ούτε απαγόρευσε κανένα πολιτικό κόμμα ή συνδικάτο. Μάλιστα έδωσε αμνηστία στους πραξικοπηματίες που προσπάθησαν να τον ανατρέψουν το 2002.

Ο στρατός της Βενεζουέλας αποτελεί αντικείμενο αναλύσεων λόγω των ιδιαιτεροτήτων του της ιστορίας του που έδωσε φαινόμενα ανάλογα, όχι όμοια, με την επανάσταση των γαρυφάλλων της Πορτογαλίας το ‘73. Στρατιωτικοί εισέρχονται στην πολιτική εξουσία όχι για να περιορίσουν τη δημοκρατία αλλά για να τη διευρύνουν.

Ο στρατός της Βενεζουέλας ήταν ένα σχολείο στον εθνικισμό του Σιμόν Μπολίβαρ που παρείχε μόρφωση πανεπιστημιακού επιπέδου δίχως ταξικές διακρίσεις σε κοινωνικές ομάδες που δεν είχαν ποτέ πρόσβαση ούτε σε σχολείο, ούτε σε γιατρό, ούτε καν σε κρεβάτι και στέγη. Μέσω των στρατιωτικών κυβερνήσεων της δεκαετίας του πενήντα οι άνθρωποι αυτοί έρχονταν σε επαφή με την οικονομική ελίτ, ενώ ταυτοχρόνως οι οργανώσεις ένοπλης αντίστασης και οι αντάρτες μπορούσαν εύκολα να εισχωρήσουν στον κυβερνητικό στρατό. Τη δεκαετία του εβδομήντα τα στρατόπεδα της Βενεζουέλας έβραζαν από πολιτικές ομάδες, συζητήσεις και συνομωσίες κατά του πολιτικού συστήματος, τόσο που δεν είχαν και πολλά να ζηλέψουν από πανεπιστημιακά αμφιθέατρα άλλων χωρών! (Λόπες Μάγια, 2003)

Το MBR 200 και ο υπολοχαγός Τσάβες από το 1983 επιδίωξε συμμαχία με αριστερές οργανώσεις πολιτών και έκανε επαφές με το MAS (Κίνημα για το Σοσιαλισμό), to LCR (Υπόθεση R), που προήλθαν από διάσπαση του ΚΚ Βενεζουέλας. Ηγέτες οργανώσεων της αριστεράς, διανοούμενοι και ακτιβιστές συνεργάστηκαν με τους στρατιωτικούς και αργότερα συμμετείχαν στις κυβερνήσεις.

Παρά τις διασπάσεις, τις διαφωνίες και τα πισωγυρίσματα, παρ’ όλη τη διαφορά απόψεων για το ρόλο της «πρωτοπορίας» και το ποια είναι αυτή, είναι αξιοθαύμαστη η σχέση του κόμματος και των κυβερνήσεων Τσάβες με τις μάζες καθώς και οι δημοκρατικοί θεσμοί που προώθησαν. 

Επιπλέον, είναι τρομερά άδικο να παραβλέπουμε τα κοινωνικά επιτεύγματα της «δεκαετίας Τσάβες», τον αλφαβητισμό, τις παροχές υγείας, τις δημόσιες συγκοινωνίες, τη μέριμνα για λαϊκή στέγη και για τις φτωχογειτονιές, την υποστήριξη σε πειράματα οικονομικής αυτοδιαχείρισης, την υποστήριξη των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων σε όλη τη Λατινική Αμερική, τη βοήθεια στη ρημαγμένη Αϊτή και στη Βολιβία, μέχρι και στις … ΗΠΑ μετά τον τυφώνα Κατρίνα και στο Μπρονξ.
Οι κυβερνήσεις Τσάβες μπορεί να μην απάλλαξαν τη μειονοτική ελίτ των πλουσίων από το άχθος της ιδιοκτησίας και του ελέγχου των μέσων παραγωγής του πλούτου, ούτε παρέδωσαν στην πλειονότητα της μάζας πλήρη δικαιώματα αυτοδιάθεσης, όμως στέρησαν από τους καπιταλιστές το εργαλείο του κράτους ως μέσου συνεχούς αύξησης του ποσοστού κέρδους τους σε βάρος των πολλών.

Δεν θα ξεμπερδέψουν εύκολα με την κληρονομιά που αφήνει πίσω του όσοι πολέμησαν τον Τσάβες με λύσσα.

Μικρή Βιβλιογραφία στα Ισπανικά
Margarita Lopez Maya, Venezuela ascenso y gobierno de Hugo Chavez y sus fuerzas bolivarianas, Bogota 2008
Marta Harneker, Militares junto al pueblo, Editores Vadell Hermanos, Caracas, 2003 
José Honorio Martínez, Universidad Nacional Autónoma de México, CAUSAS E INTERPRETACIONES DEL CARACAZO, HAOL no 16, Marzo 2008, Mexico.
(BINTEO αγγλικά) Joel Linares on Venezuela's 1989 'Caracazo' Uprising Against Neoliberalism 

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Καπιταλιστικές κρίσεις

Την στιγμή που οι επίσημοι διανοούμενοι του συστήματος προσπαθούν να μας πείσουν ότι η παγκόσμια κρίση, που με τόσο οξύ τρόπο βιώνουμε, είναι προϊόν μιας χούφτας χαρτογιακάδων της Wall Street που αντί να τζογάρουν τα λεφτά του κοσμάκη ηθικώς, τα τζόγαραν απερίσκεπτα ενώ η ελληνική έκφραση της είναι προϊόν του ότι «όλοι μαζί τα φάγαμε», του μεγάλου δημοσίου, του τεμπέλη-λαμόγιου ημεδαπού κλπ οι αριστεροί πολιτικοί, διανοητές και οικονομολόγοι επιμένουν ότι ζούμε μια δομική κρίση του καπιταλισμού. Μια κρίση υπερσυσσώρευσης, από αυτές που παρουσιάζονται περιοδικά στον καπιταλισμό από την γέννηση του και έχουν πολύ συγκεκριμένα αίτια. Τι σημαίνουν όλα αυτά όμως; Η βάση της αριστερής οικονομικής θεωρίας βρίσκεται στις επιστημονικές μελέτες του Καρλ Μαρξ και γι’ αυτό και εμείς εκεί θα ανατρέξουμε για απαντήσεις.
Ο Μαρξ λοιπόν απέδειξε ότι ο καπιταλισμός ΕΙΝΑΙ οι κρίσεις του και όχι οι ενδιάμεσες περίοδοι ηρεμίας. Η περιοδικότητα εμφάνισης των οικονομικών κρίσεων καθώς και τα κοινά αίτια τους μας κάνουν να συμφωνούμε μαζί του. Ενδεικτικά αναφέρω για τον προηγούμενο αιώνα 1929, 1971, 1980, 1990, 1991, 1999. Το βασικό αίτιο είναι η εγγενής στον καπιταλισμό αντίθεση της κοινωνικοποίησης της παραγωγής και της ιδιωτικοποίησης του κεφαλαίου (από δω και στο εξής θα αναφέρεται ως πρόταση 1). Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι ενώ παράγει η κοινωνία συνολικά με τα χέρια, τις δεξιότητες, την εμπειρία, τις γνώσεις της κλπ το κέρδος πάει στο συντριπτικό του ποσοστό στον επενδυτή-κεφαλαιούχο ο οποίος ως μοναδικό του σκοπό έχει την αύξηση της αξίας του κεφαλαίου του (περισσότερα κέρδη). Για να επιτευχθεί αυτό ο πιο απλός τρόπος είναι η αύξηση της παραγωγής σε συνάρτηση με την επαναστατικοποίηση του τρόπου και των μέσων παραγωγής. Δηλαδή ενώ παράγω 100 αντικείμενα προσπαθώ να παράξω 200 ανοίγοντας άλλο ένα εργοστάσιο, αυτοματοποιώντας την παραγωγή, εκσυγχρονίζοντας τα μηχανήματα, αυξάνοντας τα ωράρια κλπ. Όσο αυξάνω όμως το κεφάλαιο που βάζω στην επιχείρηση τα κέρδη αυξάνονται με τον ίδιο ρυθμό; Δηλαδή αν έχω ένα εργοστάσιο και κερδίζω 100 ευρώ τον χρόνο και ανοίξω ένα δεύτερο θα κερδίσω 200; Όχι απαντά η οικονομική επιστήμη! Όσο το επενδυθέν κεφάλαιο αυξάνεται, το Μέσο Ποσοστό Κέρδους μειώνεται με αποτέλεσμα από κάποιο σημείο και μετά να μην αξίζει να γίνει επένδυση αύξησης της παραγωγής.
Όταν όσα λεφτά και να επενδυθούν στην αύξηση της παραγωγής τα κέρδη δεν αυξάνονται, έχουμε απόλυτη υπερσυσσώρευση. Αυτό συμβαίνει γιατί τα μέσα και ο τρόπος παραγωγής δεν μπορούν να επαναστατικοποιηθούν περεταίρω. Όταν δηλαδή το κεφάλαιο δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί άλλο την εργασία (τα ωράρια δεν μπορούν να αυξηθούν άλλο, η ανεργία είναι μηδενική οπότε δεν μπορούν να γίνουν προσλήψεις, δεν υπάρχουν μηχανήματα που να αυξάνουν περισσότερο την παραγωγικότητα κλπ) καθώς και όταν η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου μειώνεται (όταν ο λόγος σταθερό κεφάλαιο (μηχανήματα, εγκαταστάσεις κλπ) / μεταβληθέν κεφάλαιο (εργασιακό κόστος) μειώνεται) το Μέσο Ποσοστό Κέρδους έχει μηδενιστεί. Αυτή βέβαια είναι μια οριακή κατάσταση, που δεν μπορεί να προκύψει στην πραγματικότητα, μας βοηθάει όμως να κατανοήσουμε την πραγματική φύση της μείωσης του Μέσου Ποσοστού Κέρδους. Στις ενδιάμεσες συνθήκες, και όσο η σχετική υπερσυσσώρευση αυξάνει, το κεφάλαιο «ψάχνει» να επενδυθεί σε άλλη
γη σε άλλα μέρη που να του δίνουν το ποσοστό κερδοφορίας που επιζητά. Μια είναι η απάντηση λοιπόν : Χρηματοπιστωτικός τομέας!
Παρά το ότι στην αντίληψη των περισσότερων ανθρώπων η άνθηση του χρηματιστηρίου είναι φαινόμενου του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Τα χρηματιστήρια και οι τράπεζες ανθίζουν μαζί με τον καπιταλισμό. Βέβαια στον πρώιμο καπιταλισμό έχουν κυρίως ρόλο μεταφοράς κεφαλαίων, δανεισμού και φύλαξης καταθέσεων αλλά όσο ο οι ανάγκες του συσσωρευθέντως κεφαλαίου να επενδυθεί αυξάνουν, τα χρηματοπιστωτικά προϊόντα ακολουθούν. Αρκεί να αναφέρουμε ότι μέσα σε στην προηγούμενη δεκαετία οι άμεσες επενδύσεις μειώθηκαν, σε παγκόσμιο επίπεδο, κατά 62,5% ενώ οι επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα αυξήθηκαν κατά περίπου 800%! Αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία 40 είχε δημιουργηθεί, κύμα κύμα, ένα τεράστιο τσουνάμι κεφαλαίων το οποίο προωθούνταν καθημερινώς, από την Ευρώπη και την Ασία, στη Wall Street και τροφοδοτούσε το δημοσιονομικό και εμπορικό έλλειμμα των Ηνωμένων Πολιτειών. Ακόμα και ένα μικρό παιδί όμως μπορεί να καταλάβει ότι μια διαδικασία που γεννάει χρήμα επενδύοντας χρήμα χωρίς να παράγει κάποιο εμπόρευμα δημιουργεί φούσκες που όταν σκάνε, κολοσσοί και στυλοβάτες του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, όπως η Lehman Brothers, καταρρέουν.
Αν ανατρέξουμε στις καπιταλιστικές κρίσεις της ιστορίας θα διαπιστώσουμε ότι όλες έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά. Η παραγωγή αυξάνεται, το μέσο ποσοστό κέρδους μειώνεται, το κεφάλαιο υπερσυσσωρεύεται, οι άμεσες επενδύσεις μειώνονται, οι χρηματοπιστωτικές επενδύσεις αυξάνονται, η φούσκα σκάει και πάλι από την αρχή. Ο μόνος τρόπος λοιπόν να σταματήσει αυτό ο φαύλος κύκλος και οι οικονομικές κρίσεις να αποτελέσουν παρελθόν και πεδίο μελέτης για τους ιστορικούς και μόνο, λέει ο Μαρξ, είναι να σπάσει η αντίθεση της πρότασης 1. Να σταματήσουν δηλαδή να ιδιωτικοποιούνται από λίγους τα κέρδη που προκύπτουν από την παραγωγική διαδικασία όλων των ανθρώπων. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν κοινωνικοποιηθούν τα μέσα παραγωγής. Μέχρι τότε όλες οι προσπάθειες διαχείρισης του καπιταλισμού θα είναι εις μάτην γιατί θα συγκρούονται με την διάθεση των καπιταλιστών να αυξάνουν τα κέρδη τους με κάθε τρόπο και κάθε μέσο.

του Δημήτρη Δαλάκογλου