Μοντάζ - Τι κόσμος είναι αυτός

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Σουδάν

Σουδάν, μια πλούσια χώρα. Και όπως όλες οι χώ-ρες του Τρίτου Κόσμου, με πάμφτωχους κατοίκους. Μία απ' τις δέκα περίπου οτον κόσμο με εμπάργκο, προκειμένου η Δύση να τις υποτάξει στους δικούς της οικονομικούς όρους. Όσο για τους αυτόχθονες αυτής της χώρας, αλλά και ολόκληρης της αφρικανικής ηπείρου, έχουν εκπονηθεί μελέτες, που προβλέττουν ότι αυτοί θα αφανιστούν από πείνα, αρρώστιες, εμφυλίους πολέμους.
Ελοβέιτ. Ήρθε πριν ο μικρός του ξενοδοχείου και έφερε ένα μπιτόνι κρύο νερό για το μπάνιο. Είχαμε ξεκινήσει με την Αλίθια για το Νταρφούρ, δυτικά του Σουδάν. Μας είπαν ότι εκεϊ οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι, γιατί βρέχει και η γη είναι καταπράσινη. Όμως δεν υπήρχε τόσος χρόνος. Έτσι φτάσαμε μέχρι αυτή την πόλη, στα μισά της διαδρομής, και όπως κάθε πρωί, ετοιμαζόμαστε να περιπλανηθούμε στους δρόμους της.
Μας έφεραν τα βήματά μας σ' ένα μικρό, ειδικό νοσοκομείο. To προσωπικό αφιερωμένο οτην ανακούφιση του συνανθρώπου και ασθενείς μικρά παιδιά, σαν αυτά που γνωρίζουμε, χρόνια τώρα, από την κοντινή τους Μπιάφρα. Φτάσανε σ' αυτό το σημείο, μας είπε ο γιατρός, μετά από αλλεπάλληλες αρρώστιες που δεν μπόρεσαν να αντιμετωπιστούν εγκαίρως, λόγω της έλλειψης φαρμάκων. Μας δείχνει ένα παιδί, που περιεργάζεται αργά ένα μπισκότο. Μετά από πολυήμερες προσπάθειες, άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον για τροφή. Τα κοιτάω και αισθάνομαι άβολα, σχεδόν ντροπή, γιατί μόνος μου ζυγίζω όσο όλα αυτά τα παιδιά μαζί.
Φεύγουμε. Κάποιος λίγο πιο κάτω μας πιάνει κουβέντα. Διηγείται μια ιστορία.
«Πριν λίγα χρόνια, όταν στη γειτονική Κένυα ανατινάχτηκε η πρεσβεία τους, βρήκαν την αφορμή οι Αμερικάνοι και δήθεν για αντεκδίκηση, κάνανε αεροπορική επιδρομή στη χώρα μας. Αυτό που βομβάρδισαν και ισοπέδωσαν ολοκληρωτικά ήταν το εργοστάσιό μας στο Χαρτούμ, που κατασκεύαζε ντόπια φάρμακα, πιο φτηνά από τα δικά τους. Πλήρωσαν μια μικρή αποζημίωση και το εργοστάσιο δεν μηόρεσε να ξαναχτιστεί. Κάτι σαν αναγκαστικό συμβόλαιο, όπως ακριβώς κάνανε στην άγρια Δύση και όπως συνεχίζουν να κάνουν μέχρι σήμερα». Αυτά είπε κι απομακρύνθηκε.
Έχουμε φτάσει σ' ένα πλανόδιο καφενείο, στην άκρη του χωματόδρομου, κοντά στην αγορά. Μια μικρή θράκα, το κουτί με τα απαραίτητα, που είναι ταυτόχρονα τραπεζάκι και τα μικρά σκαμνάκια που καθόμαστε. Η γυναίκα που κάνει τους καφέδες μάς κάλεσε μετά για φαΐ. Κι αυτός που έχει το μαγαζί με τα παραδοσιακά εργόχειρα, πριν από λίγες μέρες επέμενε να πάμε σττίτι του και διοργάνωσε ολόκληρη εκδρομή με φορτηγό στην εξοχή. Είχαμε ακούσει κάπου, πριν έρθουμε, ότι απαγόρευσαν τον τουρισμό, γιατί λόγω της φιλοξενίας, σημειωνόταν οικονομική ζημία στη χώρα, αλλά το θεωρήσαμε τότε υπερβολή. Αυτό που βλέπουμε τώρα είναι ότι σε κάθε δρόμο, κάθε σπίτι, μας φωνάζουν έστω για ένα ποτήρι νερό.
Πώς γίνεται, σκέφτομαι, να έρχεται κανείς σε τέτοιον τόπο, με μοναδικό σκοπό να εκμεταλλευ-τεί; Να ταράξει τη γαλήνη των ανθρώπων, τη σχέση τους με τη φύση, το διπλανό. Να θέλει να τους διαβρώσει, να τους κάνει σαν κι αυτόν, άπληστους, μισάνθρωπους και τελικά να τους οδηγεί σε εμφυλίους πολέμους, προκειμένου να αποφύγει ο ίδιος τη σύγκρουση.
Χρειάστηκαν, μόνο στο Σουδάν, δύο αιματηρές εξεγέρσεις, για να αποτινάξουν το ζυγό των Εγγλέζων αποικιοκρατών. Και πόσες άλλες έγιναν και γίνονται, που γονατισαν ολόκληρη την Αφρική, με εκατομμύρια νεκρούς. Για να αντικατασταθούν πολλές φορές από τους εκάστοτε Κουίσλιγκ, τους Πινοσέτ, τους Ιγιάντ-Αλάουϊ. Ή να υποστούν οικονομικό αποκλεισμό, μέχρι να ευθυγραμμιστούν με τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας, που εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα της άπληστης Δύσης. Εδώ ο εχθρός είναι καμουφλαρισμένος ή απουσιάζει. Έρχεται μόνο για να ανάψει το φυτίλι και φεύγει. Στη χώρα μας είναι μόνιμα παρών.

Απόσπασμα από το βιβλίο "Η μέρα εκείνη" του Σάββα Ξηρού